Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Υπεράσπιση της Αθήνας


Υπεράσπιση της Αθήνας.

Η Αθήνα πεδίο μαχών. Η Αθήνα κέντρο εγκληματικότητας. Η Αθήνα βρώμικη και σκοτεινή. Η Αθήνα τρομακτική. Καταστήματα που κλείνουν το ένα μετά το άλλο, παλιές αγορές που καταρρέουν, συνοικίες μεταναστών, πεζοδρόμια όπου δεν μπορείς να περπατήσεις, δρόμοι όπου δεν μπορείς να σταθμεύσεις ούτε για ένα λεπτό, ξενοδοχεία που παρακμάζουν και κλείνουν, άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια. Τριγύρω από την φωτισμένη Ακρόπολη και κάτω απ΄ τον Λυκαβηττό, εκεί που άλλοτε άστραφταν λαμπεροί αστικοί πυρήνες, εκεί που ανάσαναν τον ελαφρύ ανοιξιάτικο ουρανό και μετουσίωσαν σε ήχους, χρώματα και ιδέες τα αρώματα και τις γεύσεις του, ο Χατζηδάκης, ο Μινωτής, ο Γκάτσος, ο Ξαρχάκος, η Λαμπέτη και ο Χορν, η Μοσχολιού, η Καρέζη, ο Κούνδουρος, ο Θεοδωράκης…. Εκεί που ανθούσε το εμπόριο και βούιζε ο φοιτητόκοσμος τριγυρνώντας ακατάπαυστα στους δρόμους.

Τι έχει συμβεί στην Αθήνα;

Ότι και να είναι αυτό που της έχει συμβεί δεν έγινε τώρα. Δεν το έφερε η ‘κρίση’. Το έχουν φέρει από καιρό, σιγά – σιγά, έτσι που να μην ακουστεί, να μην φωνάξει, αυτά που έφεραν και την ‘κρίση’.

Ποιά είναι η Αθήνα; Εδώ και χρόνια είναι μέρος ακαθόριστο. Τα σύνορά της ορίζονται ανάλογα με την προέλευση και τους στόχους αυτού που μιλάει. Για όσους ζουν εκτός Αττικής, αλλά και για πολλούς επίσημους φορείς που μιλάνε και σχεδιάζουν γι αυτήν, Αθήνα είναι σχεδόν ολόκληρη η Αττική. Και το Χαλάνδρι και η Ηλιούπολη, και η Κηφισιά και οι Θρακομακεδόνες, και η Γλυφάδα και η Βουλιαγμένη και οι Άγιοι Ανάργυροι και το Περιστέρι, πολλές φορές και ο Πειραιάς.

Άλλωστε πολλοί, μα πάρα πολλοί απ΄όσους κάποτε υπήρξαν Αθηναίοι, κάτοικοι της Αθήνας, εκεί ζουν πλέον, εδώ και δύο ή και τρεις δεκαετίες. Στην αρχή πήγαν εκεί τα σπίτια τους, αλλά ‘ερχόντουσαν στο κέντρο’ για τις δουλειές για τα ψώνια τους και την διασκέδασή τους. Μετά, σιγά σιγά μεταφέρθηκαν προς τα έξω και οι δουλειές, και τα ψώνια και οι διασκεδάσεις. Ακολουθώντας τους όλο και μεγαλύτερους, όλο και ταχύτερους, όλο και περισσότερους αυτοκινητοδρόμους. Που με τη σειρά τους γεννούσαν όλο και περισσότερες ευκαιρίες για ‘ανάπτυξη’ στην περιφέρεια της πάλαι ποτέ Αθήνας: Ανάπτυξη χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς κανέναν σχεδιασμό, χωρίς καμία σύνεση. Στηριγμένη σε μεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια και μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, στα οποία το κράτος εκ των υστέρων ερχόταν αρωγός και συμπαραστάτης. Ανάπτυξη στηριγμένη στο κάψιμο δασών, στην ισοπέδωση λόφων, στο μπάζωμα ρεμάτων, στην μόλυνση εδαφών και στην βουλιμία για αύξηση κερδών και ψήφων….

Ποιά είναι λοιπόν η Αθήνα; Η Αθήνα που πονάει, η Αθήνα που πρωταγωνιστεί στα Μ.Μ.Ε, η Αθήνα που καίγεται, η Αθήνα που παρακμάζει κάθε μέρα περισσότερο, δεν είναι ούτε η Κηφισιά, ούτε η Γλυφάδα, ούτε ο Χολαργός και η Φιλοθέη, ούτε το Χαϊδάρι και η Μεταμόρφωση.  Η Αθήνα, σ΄αυτό εδώ το κείμενο τουλάχιστον θα είναι αυστηρά αυτή που πάντα ήταν: Οι περιοχές που εντάσσονται στον Δήμο των Αθηναίων και που ορίζονται επακριβώς στους σχετικούς χάρτες (Παγκράτι, Κυψέλη, Εξάρχεια, Νεάπολη, Κολωνάκι, Πετράλωνα, Θησείο, Γκίζη, Πλάκα…).

Δηλαδή, ό,τι απ΄αυτές έχει απομείνει ως περίσσευμα και υπόλοιπο μετά από την μεγάλη φυγή (των Αθηναίων προς τα προάστια): Γειτονιές παρατημένες και αφρόντιστες, κυκλοφορικά προβλήματα άλυτα, κτίρια απαξιωμένα και θλιβερά, δρόμοι γεμάτοι από σταθμευμένα αυτοκίνητα που καταπίνουν το οδόστρωμα. Και κάποιοι άνθρωποι που επιμένουν να ζουν σ΄αυτές ακριβώς τις γειτονιές. Ποιοί ακριβώς; Υπάρχει άραγε κάποια σύγχρονη καταγραφή της ανθρώπινης γεωγραφίας του σύγχρονου Αθηναϊκού τοπίου; Αν υπάρχει θα είχε ενδιαφέρον να την γνωρίσουμε. Μέχρι τότε, χωρίς την βοήθεια της επιστήμης και βασισμένοι μόνο στην άμεση και αδιαμεσολάβητη καθημερινή εμπειρία μπορούμε να παρατηρήσουμε:

 Καροτσάκια με μωρά δεν βλέπει κανείς σχεδόν πουθενά στους δρόμους και στις πλατείες της Αθήνας. Μόνο στα λίγα πάρκα (Πεδίο του Άρεως, Άλσος Παγκρατίου, Εθνικός Κήπος, κ.λ.π.), και αυτά συνήθως τα σπρώχνουν άνθρωποι που μιλούν γλώσσες άλλες από την Ελληνική. Το ίδιο και παιδιά με ποδήλατα ή σκέιτμπορντ. Παιδιά και οικογένειες, (ειδικά οι μεσοαστικές και πάνω) δεν κυκλοφορούν στην Αθήνα. Ούτε ηλικιωμένοι.

Πώς να κυκλοφορήσουν άλλωστε; Πεζοί; Μα κάθε βήμα εγκυμονεί κινδύνους. Τα πεζοδρόμια και τα οδοστρώματα είναι γεμάτα παγίδες. Ο αέρας δύσκολος και βρώμικος. Τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια φυτρώνουν από παντού. Στους περισσότερους δρόμους για να προχωρήσεις πρέπει να ακολουθείς ειδικό σχέδιο πορείας ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια, στενά και γλιστερά πεζοδρόμια, κάδους σκουπιδιών και πάσης φύσεως στύλους, διαχωριστικά, κολώνες και κολωνάκια… Ή με αυτοκίνητο; Που απαιτεί εξαιρετικό σχεδιασμό και αρκετό χρόνο και χρήμα για την εξασφάλιση χώρου για την στάθμευσή του, ολιγόλεπτη ή μονιμότερη, σε οποιοδήποτε σημείο του Αθηναϊκού χώρου;

Βέβαια, υπάρχουν τα ποδήλατα (χωρίς ποδηλατόδρομους)  και οι αστικές συγκοινωνίες, ή τα ταξί. Αλλά ποιά μεσοαστική ή και μικροαστική οικογένεια εν έτη 2012 θα επιλέξει την δημόσια συγκοινωνία για την Κυριακάτικη βόλτα της ή για να πάει το άρρωστο παιδί της ή την γιαγιά στον γιατρό; Η για να μεταφέρει τα ψώνια της από το σούπερ μάρκετ; Ή μήπως θα μπορούσε κάτι απ΄αυτά να γίνει με το πολύ υγιεινό και οικολογικό ποδήλατο; Και αν πρόκειται τελικά την κάθε μετακίνησή να την πληρώνει πανάκριβα σε χρόνο και σε χρήμα, γιατί να μην δώσει αυτό το χρήμα για να αποκτήσει μια σύγχρονη και άνετη κατοικία με ελεύθερο χώρο στάθμευσης ακριβώς μπροστά στην πόρτα της, σε μια περιοχή με καθαρότερο αέρα, κάπου παραέξω;

Οι μεσοαστικές οικογένειες έχουν εγκαταλείψει την Αθήνα από καιρό. Έχουν μετακινηθεί κυρίως και αρχικά στα Βόρεια και τα Νότια προάστια, αλλά και στα Δυτικά και τα Ανατολικά και ακόμα παραπέρα. Και μαζί μ’ αυτές, έχουν μεταφερθεί εκεί έξω πολλά από τα κρίσιμα πράγματα που κρατούν μια πόλη ζωντανή και ευημερούσα.

Ποιοί έχουν μείνει λοιπόν στην Αθήνα; Βεβαίως κάποιοι άνθρωποι που είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις με αυτό που κάποτε έκανε την Αθήνα κέντρο πολιτισμού και που ακόμα την διατηρεί ως τέτοιο, ελλείψει άλλου. (Γιατί ο πολιτισμός δεν μεταφέρεται απαραιτήτως με αυτοκίνητο, ούτε ακολουθεί κατά πόδας την γιγαντιαία ανάπτυξη των Αττικών αυτοκινητοδρόμων, όπως με ιδιαίτερη προθυμία κάνουν τα μεγάλα εμπορικά και κατασκευαστικά κεφάλαια.) Αλλά, εκτός απ΄αυτούς, ποιοί; Μα εκείνοι που δεν μπορούσαν να φύγουν, ή που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν ήταν αναγκασμένοι να το κάνουν. Συνήθως άνθρωποι χωρίς οικογενειακά βάρη, ή που είχαν και έχουν την δυνατότητα να εξασφαλίζουν μιαν ιδιωτικότητα αρκετά προστατευμένη από τον γενικότερο ρυθμό της πόλης.  Ή που η δουλειά τους είναι ακόμα πολύ δεμένη με την πόλη αυτή. Ή που έτσι κι αλλιώς ήταν και είναι πολύ φτωχοί για να έχουν επιλογές. Κι ανάμεσα σ΄αυτούς, και λίγοι τελευταίοι οικογενειάρχες. Τόσοι όσων τα αυτοκίνητα χωράνε διπλοσταθμευμένα στις δυό πλευρές των δρόμων, μισά πάνω στα πεζοδρόμια μισά κάτω, ενίοτε στους πεζόδρομους και κάποτε στα λίγα ιδιωτικά και ακριβά γκαράζ.

Αλλά αυτοί είναι αναλογικά λίγοι. Και είναι τόσο λιγότεροι όσο περισσότερο πλησιάζουμε από τα ‘άκρα’ (τις περιοχές της Αθήνας που συνορεύουν με άλλους δήμους) προς το βασανισμένο κέντρο.  Και αν τα πράγματα μείνουν στην κατεύθυνση που έχουν, θα γίνονται όλο και λιγότεροι. Γιατί αυτοί που ήρθαν να γεμίσουν την πόλη που βαθμιαία άδειαζε και συνεχίζει να αδειάζει από τις ζωτικές ανθρώπινες δομές της,  αυτοί που ήρθαν να κατοικήσουν τα άδεια και απαξιωμένα κελύφη, ήταν και είναι όλο και φτωχότερες πληθυσμιακές κατηγορίες, όλο και πιο εξαθλιωμένοι άνθρωποι. Και βεβαίως μετανάστες. Αλλά και όσοι έχουν να πάρουν από, και να δώσουν προς, τους μετανάστες. Και όσοι έχουν να εκμεταλλευτούν την φτώχεια και την εξαθλίωσή τους. Και όσοι έχουν να την εκδικηθούν θεωρώντας την ανταγωνιστική προς την δική τους… Και αυτοί έχουν δημιουργήσει μιαν επιπλέον δυναμική που σπρώχνει τις οικογένειες όλο και περισσότερο προς τα άκρα, όλο και μακρύτερα από το κέντρο, όλο και πιο πολύ έξω από τα όρια της Αθήνας.

Η Αθήνα και τα προάστιά της δεν αποτελούν ενιαίο οικιστικό συγκρότημα. Και όσο συνεχίζουμε να την βλέπουμε έτσι, η Αθήνα θα συνεχίζει να παρακμάζει με ταχύτατους ρυθμούς. Η Αθήνα θα πρέπει να διεκδικήσει την αυτονομία της ως πόλη από τα λοιπά Αττικά προάστια. Και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να ‘αποζημιωθεί’ για το γεγονός ότι επί δεκαετίες στήριξε την δική τους ανάπτυξη με την δική της αφαίμαξη. Θα πρέπει κάποτε να διεκδικήσει αυτό που δικαιούται για αυτό που είναι: Την ιδιαίτερη φροντίδα της ως πρωτεύουσας. Με ιδιαίτερη χρηματοδότηση και προγράμματα που να αφορούν αυτήν και μόνον αυτήν.

Για να γιατρέψει τις πληγές της που είναι πολλές. Και που δεν τις δημιούργησαν οι μετανάστες και οι εξαρτημένοι, ούτε οι λαθρέμποροι και οι σωματέμποροι. Αλλά η ανεξέλεγκτη δόμηση της υπόλοιπης Αττικής συνδυασμένη με μιαν ανεξέλεγκτη εγκατάλειψη της ίδιας της Αθήνας, της οποίας οι Δήμαρχοι – μοναδικοί θεσμικοί υπερασπιστές της - επί χρόνια την χρησιμοποίησαν και αυτοί ως εφαλτήριο για την προώθησή τους στην κεντρική πολιτική σκηνή, ασχολούμενοι ελάχιστα ή και με αρνητικό τρόπο με τα όποια πραγματικά προβλήματα και συμφέροντα της πόλης. Και οι πολιτικές και τα συμφέροντα (πολιτικά, οικονομικά, κ.α.) που επί δεκαετίες την έχουν μεταβάλλει σε απομεινάρι, υποχρεωμένο να εξυπηρετεί τις ανάγκες του υπόλοιπου λεκανοπεδίου, χωρίς κανενός είδους αντιστάθμισμα σε όποιες επιβαρύνσεις αυτό επιφέρει στην δική της δυναμική.

Η Αθήνα ήταν και είναι η καρδιά της Νεότερης Ελλάδας. Τα συμπτώματά της αντανακλούν όσα συμβαίνουν στο υπόλοιπο σώμα και αντανακλώνται σ΄αυτό. Η κατάρρευση της Αθήνας ήταν ο προπομπός της κατάρρευσης της Ελλάδας. Και η ανόρθωσή της θα είναι προπομπός της ανόρθωσης της Ελλάδας. Γιατί θα σημαίνει ότι κάποια πράγματα έχουν αρχίσει να απομακρύνονται από τον κύκλο της αυθαιρεσίας και της καπηλείας και έχουν αρχίσει να ακολουθούν κανάλια ορθολογικών διευθετήσεων και επιλογών.

Και για να ανορθωθεί η Αθήνα, χρειάζεται πρώτα απ΄όλα αυτό που χρειάζεται μια οποιαδήποτε πόλη για να κρατηθεί ζωντανή: Να κρατηθεί ζωντανός και υγιής ο κοινωνικός της ιστός. Να συγκρατηθούν οι μεσοαστικές πληθυσμιακές ομάδες. Να μπορούν να ζήσουν οικογένειες και να στηρίξουν επιχειρήσεις. Να ζωντανέψουν οι γειτονιές, εμπλουτισμένες από δυναμικά κοινωνικά στοιχεία.

Και πως θα γίνει αυτό; Προτείνω :

Α. Να  αντιστραφεί η λογική που θέλει να βλέπει τα Αττικά προάστια ως προέκταση της Αθήνας και να καταδειχθεί το είδος των ανταλλαγών που υπάρχει ανάμεσα σε αυτά και στην Αθήνα. Να φανούν τα σαφώς αντικρουόμενα και αντιθετικά συμφέροντα ανάμεσα στην ίδια την Αθήνα και το προάστιά της και να αναζητηθούν τρόποι δίκαιου καταμερισμού πόρων, προοπτικών και δικαιωμάτων. Η θεσμική και γλωσσική συμπερίληψη των προαστίων και του Αθηναϊκού κέντρου σε ένα ενιαίο οικιστικό συγκρότημα, έχει λειτουργήσει ως το βασικό ιδεολογικό υπόστρωμα που επέτρεψε στην πραγματική Αθήνα να μείνει ανυπεράσπιστη στις πάσης φύσεως αρνητικές εις βάρος της δυναμικές.

Β. Να αναζητηθούν σημαντικοί πόροι για την στήριξη της Αθήνας ως αυτοτελούς πόλης, μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Εκτιμώ ότι οι Ευρωπαίοι πολύ ευκολότερα από πολλούς νεοέλληνες θα μπορέσουν να αντιληφθούν την σημασία (πολιτισμική, οικονομική, πολιτική, συμβολική)  μιας  υγιούς και ακμάζουσας ιστορικής πρωτεύουσας και να συνδράμουν με την οικονομική υποστήριξη προγραμμάτων για τον σκοπό αυτό.

Γ. Να ληφθούν άμεσα και αναγκαία μέτρα για την στήριξη τόσο της επιχειρηματικότητας όσο και της κατοίκησης. Προκλητικά ευνοϊκά, ναι. Γιατί προκλητικά επιθετικές ήταν οι δυναμικές που επί δεκαετίες έφθειραν την Αθήνα όπως την έφθειραν, όπως και προκλητικά ήταν τα κεφάλαια που επί δεκαετίες διοχετεύτηκαν στην ανάπτυξη της υπόλοιπης Αττικής με τρόπο που αφυδάτωσε την αρχική πόλη.

Δ. Να στηθούν προγράμματα άμεσων τεχνικών επεμβάσεων στον Αθηναϊκό χώρο με τρεις  κεντρικές στοχεύσεις:


1.       Την λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση των κτιρίων της. Η Αθήνα έχει παλιώσει δραματικά. Υπάρχουν άφθονα απαξιωμένα ή και εγκαταλελειμμένα κτήρια καθώς και ημιδομημένοι χώροι. Όπως επίσης και άφθονες παλαιωμένες πολυκατοικίες, όπου η πολύπλοκη δομή συνιδιοκτησιών δρα απαγορευτικά σε κάθε σχέδιο ανακαίνισης ή/και αλλαγής χρήσης.  Επίσης υπάρχουν άφθονα διατηρητέα που παραμένουν επί δεκαετίες ως εστίες ρύπανσης. Θα μπορούσε να στηθούν προγράμματα που να στηρίζουν πραγματικά και να επιβάλλουν ταυτόχρονα θετικές παρεμβάσεις.



2.       Την εξασφάλιση όσο των δυνατόν περισσότερων χώρων φτηνής στάθμευσης για τους κατοίκους της πόλης. Είναι εξωπραγματικό να θέλουμε να κρατήσουμε μια πόλη ζωντανή και ακμάζουσα απαγορεύοντας ταυτόχρονα στην μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της να διατηρούν οικογενειακό αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο εκτός από είδος πολυτελείας και τρόπος επίδειξης πλούτου, όπως το είδε η νεοελληνική φαντασία, είναι επίσης και βασικό εργαλείο της σύγχρονης ζωής.



 Ένα πρόγραμμα εξασφάλισης άφθονων χώρων στάθμευσης θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει στην Αθήνα ήδη από την δεκαετία του ’80, για να μπορέσει να διασφαλίσει την θεμελιώδη σύγχρονη άνεση του αυτοκινήτου, σε μια πόλη που είχε χτιστεί με παλαιότερες προδιαγραφές. (Σε συνδυασμό βέβαια με αυστηρούς ελέγχους της στάθμευσης και της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, καθώς και με την εξασφάλιση επαρκών δικτύων αστικών συγκοινωνιών και άλλων εναλλακτικών τρόπων μετακίνησης που θα μπορούσαν να αποτρέψουν από την αλόγιστη χρήση του αυτοκινήτου). Χωρίς αυτό οι επιλογές για την Αθήνα αναγκαστικά περιορίστηκαν σε δύο εναλλακτικές κατευθύνσεις: Ή θα έπρεπε να εξελιχθεί σε πόλη - μουσείο (πράγμα ρομαντικό, αλλά πολυέξοδο και μάλλον ανεδαφικό, όταν αφορά το σύνολο μιας πόλης χιλιάδων στρεμμάτων ) ή σε πόλη - γκέτο (ρεαλιστικό και φτηνό, γι αυτό το προτίμησε η ιστορική εξέλιξη).



Το ‘80 λοιπόν δεν έγινε τίποτα για να διασφαλιστούν επαρκείς χώροι στάθμευσης για τους κατοίκους και τους επαγγελματίες της Αθήνας, όπως δεν έγιναν και τόσα άλλα άλλωστε, που θα μπορούσαν να έχουν διασφαλίσει την φυσιολογική εξέλιξη της πόλης. Και οι περισσότεροι Αθηναίοι, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα παρά την άνεση του αυτοκινήτου.  Ίσως όμως τώρα, και όσο ακόμα προλαβαίνει κανείς να συγκρατήσει τους λίγους εναπομείναντες, και προοπτικά να αντιστρέψει την φυγόκεντρο δυναμική,  κατά κάποιο τρόπο να είναι πιο εύκολο, να γίνει κάτι σχετικά: Γιατί έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά οι ισορροπίες και οι προσδοκίες που διαμορφώνουν τις αξίες της γης και των δομημένων επιφανειών στον Αθηναϊκό χώρο. Θα μπορούσε συνεπώς να χρησιμοποιηθούν και παλιές, υποβαθμισμένες πολυκατοικίες, ή άλλοι αχρηστεμένοι ή απαξιωμένοι  στην πορεία του χρόνου χώροι, για να μετατραπούν σε υποδομές στάθμευσης αυτοκινήτων με σκοπό τη διασφάλιση φτηνής δυνατότητας μόνιμης  στάθμευσης κυρίως για τους μόνιμους κατοίκους της πόλης.

 Γιατί δεν θα μπορούσαν να σχεδιαστούν προγράμματα που να περιλαμβάνουν ρυθμίσεις που να παίρνουν υπόψη τους τόσο τα δικαιώματα και τις δυνατότητες ή αδυναμίες των ιδιοκτητών, όσο και τις λειτουργικές ανάγκες των κατοίκων της πόλης, ανάμεσα στις οποίες πρωτεύοντα ρόλο έχει η ανάγκη στάθμευσης αυτοκινήτων και η διασφάλιση ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων; Γιατί δεν θα μπορούσαν να συνδυαστούν αυτά τα δύο σε μια προοπτική κάθετης ανάπτυξης της πόλης, σε σημεία που αυτή τη στιγμή καταλαμβάνονται από άχρηστα ή απαρχαιωμένα  οικοδομήματα; Γιατί δεν θα μπορούσαν χώροι αναψυχής και πολιτισμού να συνυπάρξουν με υποδομές αναγκαίες, όπως οι χώροι στάθμευσης, στο ίδιο το ταλαιπωρημένο κέντρο, όπως κάλλιστα συμβαίνει ήδη σε τεράστια κτηριακά συγκροτήματα στη υπόλοιπη Αττική;

Μήπως απλά γιατί εκεί τα πάντα ρυθμίζονται με αποκλειστικό γνώμονα και κίνητρο το εύκολο ιδιωτικό κέρδος, ενώ στην Αθήνα χρειάζεται να στηριχτούν κυρίως στη λογική του δημόσιου οφέλους και του μακρόπνοου πολιτειακού σχεδιασμού και όχι μόνο να μην διευκολύνουν, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις να συγκρουστούν με την προοπτική του εύκολου πλουτισμού των ολίγων;



3.       Την ανακατασκευή των πεζοδρομίων και οδοστρωμάτων στις Αθηναϊκές γειτονιές. Εκεί που ζουν και κινούνται οι κάτοικοι της πόλης. Αυτή τη στιγμή τα πεζοδρόμια και τα οδοστρώματα στις Αθηναϊκές γειτονιές είναι όχι μόνο αντιαισθητικά αλλά και επικίνδυνα. Μεταξύ άλλων γλιστράνε απελπιστικά μόλις πέσει έστω και ελάχιστη βροχή. Νομίζω ότι όχι μόνο σε άλλη Ευρωπαϊκή πόλη, αλλά ούτε σε κάποια άλλη ελληνική πόλη της περιφέρειας δεν θα μπορούσε κανείς να συναντήσει ένα τέτοιο χάλι. Για να τολμήσει κανείς να τα περπατήσει πρέπει να βρίσκεται σε αθλητική ετοιμότητα και πιθανά να διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό (αντιολισθητικά παπούτσια).

Όσα σημαντικά έργα ανάπλασης έχουν γίνει με την ευκαιρία διάφορων κοσμοϊστορικών γεγονότων, όπως η Ολυμπιακοί αγώνες, αφορούν αποκλειστικά ορισμένα περίοπτα σημεία που συνήθως συνδέονται με την τουριστική ‘βιτρίνα’ της πόλης, και κοσμούνται με συντριβάνια.  Στις γειτονιές όπου οι μόνιμοι κάτοικοι κυκλοφορούν καθημερινά, για τις καθημερινές τους ανάγκες, εκτός από μικροεπισκευές και συντηρήσεις, σημαντικές παρεμβάσεις έχουν να γίνουν εδώ και δεκαετίες.



Ε. Να αποκεντρωθούν με διακριτικούς, λειτουργικούς και ευαίσθητους τρόπους κάποιες από τις υποδομές που λειτουργούν ως εστίες συνάθροισης εξαθλιωμένων ανθρώπων και να αναβαθμιστούν όσες μείνουν. Μπορούν κάλλιστα σε ένα επίπεδο σοβαρού περιφερειακού σχεδιασμού να δημιουργηθούν κέντρα στέγασης, ή περίθαλψης ή υποστήριξης αστέγων, ή εξαρτημένων ανθρώπων, ή ακόμα κάποιων κατηγοριών μεταναστών στις περιοχές άλλων Δήμων της Αττικής. Είναι όλοι οι ταλαίπωροι άνθρωποι που καταλήγουν να στοιβάζονται στο κέντρο πολιτογραφημένοι Αθηναίοι; Αν όχι, γιατί οι υπόλοιποι Δήμοι της Αττικής είναι αμέτοχοι στο πρόβλημα και μόνο ο Δήμος της Αθήνας οφείλει να αντιμετωπίσει τις σχετικές δυσκολίες; Αν υπάρξει ένας σοβαρός σχεδιασμός μπορεί μια τέτοια αποκέντρωση να γίνει χωρίς καθόλου να υποβαθμίσει άλλες περιοχές. Ένας περιορισμένος όγκος τέτοιων δομών μπορούν κάλλιστα να εγκατασταθούν σε έναν Δήμο με τρόπο ανώδυνο. Αλλά δεκάδες τέτοιες δομές σε έναν μόνο Δήμο, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον Αθηναϊκό χώρο, δημιουργούν μια καταστροφική συνέργεια.

ΣΤ. Τελευταίο και αυτονόητο: Να επεκταθούν και να οργανωθούν με σοβαρό τρόπο οι δημόσιες αστικές μετακινήσεις είτε με βαριά είτε με ελαφρά μέσα και οχήματα, αλλά όχι με βασικό και μοναδικό στόχο την μεταφορά ανθρώπων από και προς το Αθηναϊκό κέντρο, αλλά την διευκόλυνση της μετακίνησης μέσα στο κέντρο από περιοχή σε περιοχή.

Που σημαίνει μεταξύ άλλων και την επέκταση του μετρό στις αθηναϊκές γειτονιές (Κυψέλη, Παγκράτι, Εξάρχεια, Νεάπολη), και την υιοθέτηση κυκλοφορικών ρυθμίσεων που να υποστηρίζουν περισσότερο ή τουλάχιστον εξίσου  το δικαίωμα του κατοίκου της πόλης στην μετακίνησή του με εκείνο του επισκέπτη. (Σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο).Και την κατασκευή ποδηλατοδρόμων, αλλά και χώρων ασφαλούς στάθμευσης ποδηλάτων. Που όμως, ας είμαστε προσγειωμένοι: Δεν θα μπορέσουν ποτέ να υποκαταστήσουν σε σημαντικό βαθμό την κίνηση με μηχανοκίνητα οχήματα. Η Αθήνα είναι γεμάτη κατηφοριές και ανηφοριές, δεν είναι ούτε Όσλο, ούτε Άμστερνταμ. Και επιπλέον: Ακόμα και αν κάποιοι ποδηλατόδρομοι κατασκευαστούν ο χώρος τους θα απειλείται μονίμως να καταληφθεί από τα αυτοκίνητα, αν πρώτα δεν έχουν διασφαλιστεί τρόποι επαρκούς κάλυψης των αναγκών για κίνηση και στάθμευση των αυτοκινήτων.

Οι εναλλακτικοί τρόποι μετακίνησης μπορούν να συνδράμουν στην ελάφρυνση του φόρτου που σημαίνει η κίνηση και η στάθμευση των αυτοκινήτων. Δεν μπορούν όμως να τον εξαφανίσουν. Στην πραγματικότητα η κατεύθυνση είναι διαφορετική: Όσο γρηγορότερα και επαρκέστερα προχωρήσει η δημιουργία υποδομών ικανών να καλύψουν τις ανάγκες για στάθμευση και εκλογικευμένη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, τόσο γρηγορότερα θα μπορέσουν να αναπτυχθούν οι εναλλακτικοί τρόποι μετακίνησης.


Τόνια Παντελαίου, Μάρτιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου