Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Αντιλαϊκά: Ένα σχόλιο για την κρίση που δε είναι μόνο οικονομική


 

Εν μέσω μιας τραγικής καμπής για την ιστορία αυτού του φυσικά  πλούσιου και - ίσως γι αυτό  - εξαιρετικά ταλαίπωρου τόπου, κι ενώ τα μάτια, οι ψυχές και τα γραπτά προσανατολίζονται αναγκαστικά στα καθαρά οικονομικά και πολιτικά θέματα και εξελίξεις, θα αναφερθώ σε κάτι φαινομενκά άσχετο με όλα αυτά, το οποίο ωστόσο, όχι μόνο συνδέεται βαθιά, αλλά και αποτελεί μια από τις στις πρωταρχικές παραμέτρους  που καθόρισαν και καθορίζουν όχι μόνο αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή αλλά και αυτά που πρόκειται να ζήσουμε τόσο στο κοντινό όσο και στο μακρινό μέλλον. Και αυτό το κάτι είναι η πολιτισμική διαμόρφωση του σύγχρονου νεοελληνικού κόσμου.
Χτες βρέθηκα να παρακολουθώ κάποιους διασυλλογικούς αγώνες στίβου για παιδιά και εφήβους. Ήταν μια αθλητική εκδήλωση  με καθαρά εκπαιδευτικό στόχο, στην οποία συμμετείχαν  κυρίως λιλιπούτιοι  αθλητές ηλικίας 5 ως 13 ετών – και κάποιοι λίγο μεγαλύτεροι έφηβοι. Το κοινό αποτελούνταν κυρίως από  γονείς και λοιπούς συγγενείς και φίλους. Και, για πολλοστή φορά, βρέθηκα μπροστά στο απίστευτο για μένα σκηνικό: Να τρέχουν τα μικρά και να αγωνίζονται μπροστά σε ένα κοινό το οποίο αδιαφορούσε πλήρως γι αυτά. Δεν χειροκροτούσε σχεδόν κανείς. Το μόνο που κατά διαστήματα ακουγόταν , ήταν κάποια ονόματα παιδιών: Οι παρευρισκόμενοι έκριναν ότι το μόνο που άξιζε να ενθαρρύνουν ήταν το δικό τους παιδί – ή εγγόνι, ή ανίψι, ή ότι άλλο.- φωνάζοντας το όνομά του.
Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Αντιθέτως, αποτελεί ένα ελάχιστο από τα άπειρα καθημερινά παρεμφερή φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τη ζωή στη σύγχρονη Ελλάδα και για τα οποία, ακριβώς επειδή είναι τόσο μικρά και ασήμαντα, δεν μιλάει κανείς. Εκτός ίσως από κάποιους ποιητές –  όπως ο Χριστιανόπουλος, που είπε κάτι εξαιρετικό για ‘ανθρώπους που έχουν μία γουρουνιά¨ ,  --  ή άλλους ‘ρομαντικούς αλλοπαρμένους’ που κατά διαστήματα ψελλίζουν  κάτι θεωρητικό και αόριστο για κρίση αξιών, ηθική αποτελμάτωση και άλλα. Η ευρεία συζήτηση που απευθύνεται στο πλατύ κοινό, περιορίζεται στα μεγάλα και τραγικά που εγείρουν εύκολα αδρεναλίνη και θρέφουν κάθε ναρκισσιστικό και εύκολα επιθετικό συναίσθημα και ιδέα παγιώνοντας ταυτόχρονα την διάθεση ανεύθυνης και  ανέξοδης κριτικής για οτιδήποτε. Αφού για τα ΄μεγάλα’, πράγματι, δεν είναι και πολλά αυτά που μπορεί άμεσα να κάνει ο απλός πολίτης – άρα, το να θυμώνει, να γκρινιάζει και να καταδικάζει είναι η μόνη του επιλογή.
 Όμως  τα μικρά και ασήμαντα είναι πολλά. Είναι πάρα πολλά, υπάρχουν παντού, εισρέουν από κάθε σημείο της καθημερινότητάς μας και αναπαράγουν με κάθε τρόπο  την ποιότητά τους: Τον ατομισμό, την μικρότητα, τον εγωκεντρισμό, την έλλειψη συναισθηματικής και ηθικής καλλιέργειας, την ηρωοοποίηση της χυδαιότητας. Με λίγα λόγια την έλλειψη είτε αστικού, είτε λαϊκού πολιτισμού. Γιατί, τι άλλο είναι ο πολιτισμός παρά αυτή ακριβώς η καθημερινή ευγένεια, που προϋποθέτει  τον σεβασμό και την καλοπροαίρετη διάθεση για τον άλλο όσο και τον σεβασμό και τον εμπλουτισμό του ίδιου του εαυτού; Είναι λοιπόν όλα αυτά τόσο μικρά και ασήμαντα, και τόσο πολλά, όσο τα μόρια του αέρα που αναπνέουμε. Όταν τα μόρια του αέρα είναι βαριά, ο αέρας είναι βαρύς και η ζωή μας βρίσκεται σε κίνδυνο ∙ είτε το νιώθουμε - είμαστε σε ‘κρίση,’- είτε δεν το νιώθουμε – είμαστε σε ‘ανάπτυξη’ και ‘ευημερία’ ικανή να αποσοβά όλη την υποβόσκουσα  ξηρασία-.
 Όταν οι νεοέλληνες στην καθημερινή τους ζωή καταθέτουν παντού και παντοιοτρόπως  και μαζικά αυτό που δεν αποτελεί απλά μιαν έλλειψη ευαισθησίας, αλλά ένα καθαρό έλλειμμα στοιχειώδους πολιτισμού, για ποιού είδους προοπτική μπορούμε να μιλάμε; Αυτός ο ίδιος ‘λαός’ που αρνείται να παράσχει στα παιδάκια το ενθαρρυντικό  χειροκρότημα που έχουν  τόσο ανάγκη για την προσπάθεια τους, ο ίδιος λαός που ‘κλέβει τις ουρές’, που κοιτάει καχύποπτα τον κάθε διπλανό του, που αποτελεί το κοινό των χυδαίων κουτσομπολίστικων περιοδικών και εκπομπών, που αποβλακώνεται μαζικά μπροστά στις ποδοσφαιρικές οθόνες - στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει-, που αρνείται να παρακολουθήσει μια σκέψη που υπερβαίνει τις δύο με τρείς το πολύ προτάσεις, δεν είναι αυτός ο ίδιος λαός που έχει αναδείξει, έχει ψηφίσει, έχει καθιερώσει για δεκαετίες αυτούς ακριβώς τους εκπροσώπους - πολιτικούς, μιντιακούς, κ.α. -  που τώρα με μεγάλη άνεση βρίζει, καταδικάζει και απειλεί;
Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι όλα αυτά δεν αποτελούν αποκλειστικά Ελληνικό φαινόμενο. Πολλοί ίσως και να φαντάζονται ότι έτσι είναι παντού. Όμως, εντυπωσιάστηκα όταν ανακάλυψα ότι σ΄ έναν από τους δείκτες του PISSA που αφορά  την  ύπαρξη εμπιστοσύνης ,  η Ελλάδα είχε μια από τις χαμηλότερες μετρήσεις  στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η καθημερινή εμπειρία το επιβεβαιώνει. Πλην ελάχιστων φωτεινών θυλάκων, το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων – διαπροσωπικών, συλλογικών, επαγγελματικών, πολιτικών, - στην Ελλάδα διέπεται από καχυποψία, έλλειψη ανοχής και ανεκτικότητας, μονοσήμαντη διεκδικητικότητα, στενόμυαλη επιθετικότητα, ανέξοδη κριτική, ασυνέπεια, ανερυθρίαστη αγένεια.
Ο ‘άλλος’ αν δεν είναι ‘οπαδός’, ή ‘κολλητός’ είναι ή αδιάφορος, ή εχθρός. Το ‘ ο καθένας για το τομάρι του’, και η γενικότερη ‘μαγκιά της πιάτσας’, αποτελεί δυστυχώς το βασικό επιχειρηματικό οπλοστάσιο που αντιτάσσει μέγα μέρος των ‘αυθεντικών’ νεοελλήνων στο πιο ‘εκλεπτυσμένη’ εκείνο μέρος νεοελλήνων που στηρίζει το δικό του στυλ ανοησίας σε ένα πιο ‘κοσμοπολίτικο’, ‘τεχνοκρατικό’ λούστρο,  που συνήθως συνυπάρχει με εμφανή, βαθιά απόσταση από αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας πραγματικά βιωμένος αστικός πολιτισμός που συνδέεται άρρηκτα με την υποκειμενική και πολιτική υπευθυνότητα.
Προφανώς δεν ισχυρίζομαι  ότι η χυδαιότητα και ο ατομισμός είναι αποκλειστικά  Ελληνικό φαινόμενο. Πολύ περισσότερο δεν ενδιαφέρομαι να συγκρίνω τη συνολική κατάσταση του «ελληνικού λαού» με άλλους λαούς ευρωπαϊκούς ή όχι. Καθένας απ΄ αυτούς έχει άλλου είδους  ιδιαιτερότητες  Θεωρώ εξορισμού λαθεμένη κάθε προσπάθεια ηθικής ή πολιτισμικής  αξιολογικής σύγκρισης ανάμεσα σε λαούς ή κοινωνικά σύνολα με εντελώς διαφορετικά ιστορικά φορτία, διαφορετικές προσλαμβάνουσες και κοινωνικές δομές. Κάθε λαός έχει τα δικά του προβλήματα και συμπτώματα και κάθε προσπάθεια συνολικής σύγκρισης είναι και ανέφικτη και ανώφελη. Αυτό δεν εμποδίζει να σκεφτόμαστε, να διαπιστώνουμε, να καταγράφουμε  τις δικές μας παθογένειες. Όχι για να  βρούμε αν είμαστε καλύτεροι ή χειρότεροι από άλλους, όχι για να επαινέσουμε ή να καταδικάσουμε, αλλά για να εξηγήσουμε και συνεπώς να βελτιώσουμε.
Ούτε βέβαια αγνοώ ή να υποτιμώ σοβαρότατους παράγοντες που συμμετέχουν στην δημιουργία της ανυπόφορης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα:  Η άγρια και ανεξέλεγκτη  ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, τα παιχνίδια οικονομικών συμφερόντων στο παγκόσμιο και τοπικό γίγνεσθαι, ή δυναμική του ταξικού ανταγωνισμού και άλλα πολλά, προφανώς συμμετέχουν καθοριστικά στο κράμα των αιτιών  και των παραμέτρων που διαμορφώνουν το σκηνικό που μας ταλαιπωρεί. Όμως αν  ο «λαός μας»  θέλει κάποτε να καταφέρει να αμυνθεί αποτελεσματικά σ΄ όλα αυτά, θα πρέπει να αναλογισθεί και την δική του συμμετοχή στο γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε  μπροστά σ΄ όλα αυτά ανοχύρωτη, άβουλη, απαίδευτη και εξαρτημένη. Και ο καθένας από μας να συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική ανωριμότητα, η έλλειψη σοβαρότητας στο επίσημο πολιτικό γίγνεσθαι και η καταστροφική ανευθυνότητα δεν φυτρώνουν από μόνα τους  σε ένα πεδίο αποκομμένο από την ποιότητα της ‘λαϊκής βούλησης’ και του ‘λαϊκού πολιτισμού’.
Η άποψη ότι οι πολιτικές συγκυρίες και επιλογές των τελευταίων ή δεκαετιών  - ή και αιώνων - ευθύνονται για την σημερινή πολιτισμική κατάσταση των νεοελλήνων , βεβαίως και έχει βάση. Και κάθε κοινωνιολογική ή ιστορική εξήγηση για όλα αυτά έχει αξία. Όμως στο επίπεδο του κρίσιμου ερωτήματος του ‘τι γίνεται τώρα΄, το ερώτημα για το αν οι πολιτικές επιλογές  διαμορφώνουν το επίπεδο του λαϊκού  πολιτισμού ή η λαϊκή  χυδαιότητα το πολιτικό ήθος, μοιάζει με  το ερώτημα για το αν η κότα έφτιαξε το αυγό, ή το αυγό την κότα: Είναι βασικά άνευ απάντησης, αλλά και άνευ σημασίας.
Αυτό που έχει σημασία είναι το από πού μπορεί να προέλθει η ριπή που θα βελτιώσει τα πράγματα. Και αυτή η ριπή  δεν μπορεί παρά να έρθει από αυτούς που πλήττονται άμεσα απ΄ αυτά που συμβαίνουν. Που μάλλον δεν είναι κυρίως οι πολιτικοί, ή οι οικονομικά ή επικοινωνιακά ισχυροί  Είναι κυρίως ο λαός, για τον οποίο, όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά, θα πρέπει κάποτε, αντί να τον κολακεύουν, να τον παρηγορούν και να τον κοροϊδεύουν ταυτόχρονα, να του δείξουν με σαφήνεια το μέρος της δικής του ευθύνης, όχι μόνο στα καλά και δικαιούμενα, αλλά επίσης στα δυσάρεστα και αναμφισβήτητα. Αυτός ο λαός που αυτή τη στιγμή  σε μεγάλο βαθμό διαθέτει μάλλον  τα χαρακτηριστικά ενός όχλου, παρά εκείνα ενός κοινωνικά και πολιτικά υπεύθυνου κοινωνικού συνόλου. Αλλά που είναι ο ίδιος λαός που γέννησε πριν λίγες μόνο δεκαετίες τον Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη και τον Ελύτη – ένας λαός που μόλις λίγο αν  αποτινάξει  από πάνω του το βούρκο της αμορφωσιάς , της ευκολίας και του ανεπεξέργαστου νεοπλουτισμού του,  ίσως αποκτήσει  -  πολύ ευκολότερα  από άλλους λαούς – πρόσβαση στο πεδίο της  υπεύθυνης και ευαίσθητης συλλογικότητας που αποτελεί για το μέλλον του πολύ σημαντικότερη εγγύηση και προστασία απ΄ όλα τα Ευρωπαϊκά δάνεια και απ΄όλους τους σωτήρες ξένους και αυτόχθονες μαζί.
Ίσως αν αυτός ο λαός μάθει να χειροκροτεί την προσπάθεια των παιδιών  του, να γίνει περισσότερο επιφυλακτικός στα άλλου είδους χειροκροτήματα που, συνταράσσοντας τις πλατείες επί δεκαετίες, τον κατέληξαν εδώ που τον κατέληξαν. Αν τα αυτιά του και το μυαλό του γεμίσουν με την αξία της σιωπηλής προσπάθειας, ίσως να μην χωράνε πια τις βαρύγδουπες κορώνες στη βάση των οποίων έχει επί δεκαετίες διαμορφώσει τις πολιτισμικές και πολιτικές του επιλογές. Αν μάθει να ηγεμονεύει πιο αποτελεσματικά τα δικά του συναισθήματα και ροπές, να μάθει να επενδύει λιγότερο στην ελπίδα του  ‘μεγάλου ηγέτη’ – που όσο εύκολα λατρεύεται τόσο εύκολα και καταδικάζεται – και περισσότερο στην ελπίδα ενός στέρεου αξιακού συστήματος  και της υπεύθυνης, ορθολογικής  και ευαίσθητης  συμμετοχής του σ΄ αυτό.

Τόνια Παντελαίου, Οκτώβριος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου