Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Η ανάπτυξη στα χρόνια της κρίσης


Η ανάπτυξη στα χρόνια της κρίσης

Τόνια Παντελαίου                                                                              

                                                                        Την άνοιξη, αν δεν την βρεις τη φτιάχνεις…

Οδυσσέας Ελύτης
1. Εισαγωγή

Η μισή Ελλάς λέει: Οι κακοί Ευρωπαίοι πολιτικοί,  η σκληρή τρόικα, το εγκληματικό Δ.Ν.Τ,  οι κλέφτρες τράπεζες, οι Ευρωπαίοι και Έλληνες τραπεζίτες, το ασύδοτο μεγάλο κεφάλαιο. τα Μ.Μ.Ε της διαπλοκής: Αυτοί φταίνε. Όλα αυτά μαζί εκφράζονται στο «μνημόνιο»: Είμαστε επιθετικά κατά του μνημονίου. Οι κακές  δυνάμεις του καπιταλισμού, επιχειρούν ένα πείραμα εις βάρος των λαών, με πρώτο θύμα τον ελληνικό λαό.  Η λύση; Ξεσηκωμός και αντίδραση του λαού εναντίον των πάντων. Μέχρι το έξωθεν ορμώμενο τέρας και τα εντόπια πλοκάμια του να υποχωρήσουν.

Η άλλη μισή Ελλάς λέει: Η διαφθορά, ή φοροδιαφυγή, οι συνδικαλιστές και οι συντεχνίες, οι πελατειακές σχέσεις, οι ανίκανοι (και συχνά ύποπτοι) Έλληνες πολιτικοί δεκαετιών, ο υπερδανεισμός (δημόσιος και ιδιωτικός) και η υπερκατανάλωση (δημόσια και ιδιωτική επίσης), οι τραγικές αδυναμίες του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου (δημόσια ελλείμματα και χρέη, ανισορροπίες ισοζυγίου πληρωμών, ανοργάνωτος ή ανύπαρκτος πρωτογενής τομέας, αντιπαραγωγικό δημόσιο, κ.λ.π): Αυτά φταίνε. Αυτά προσπαθεί να διορθώσει το μνημόνιο. Παρά τα πιθανά επί μέρους προβλήματά του, είναι σε σχετικά σωστή κατεύθυνση, μας βοηθάει να κάνουμε αυτά που πράγματι χρειάζονταν στην χώρα μας. Ανεχόμαστε το μνημόνιο όσο μπορούμε καλύτερα. Θα μας σώσουν οι μεταρρυθμίσεις.

 Ας με συγχωρέσουν και οι δύο πλευρές για την υπεραπλούστευση των πολιτικών τους απόψεων.  Δεν είναι στις προθέσεις μου το να μειώσω την σοβαρότητα των επιχειρημάτων, ούτε το εύρος της ανάλυσης, ούτε των μεν ούτε των δε. Αντιθέτως. Ο σκοπός μου είναι να τις ενισχύσω. Αλλά, και τις δύο μαζί και παράλληλα. Όχι την μια σε αντιπαράθεση με την άλλη. Γιατί και οι δύο ερμηνείες είναι σωστές. Αλλά όχι σε αντίθεση μεταξύ τους. Αντιτιθέμενες η μια στην άλλη αποτελούν κάθε μια μισή αλήθεια. Και μισή αλήθεια ισοδυναμεί με ψέμα. Και το  ψέμα στην πολιτική  συνεπάγεται  καταστροφή. Και σ’ αυτήν βρισκόμαστε ήδη και θα συνεχίσουμε να βουλιάζουμε όλο και πιο βαθιά, είτε με συγκυβέρνηση, είτε όχι, είτε με «υποταγή στα συμφέροντα» είτε με «ξεσηκωμό του λαού», αν η μισή αλήθεια δεν αποφασίσει να ακούσει την άλλη μισή.
2. Η μισή αλήθεια: Φταίει ο Καπιταλισμός και η Ευρώπη.

Πολύ συνοπτικά λοιπόν: Όσοι (αρθρογράφοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί αναλυτές, σκεπτόμενοι άνθρωποι, πολιτικοί, εκλεγμένοι ή όχι) εστιάζουν στο γεγονός ότι για την Κρίση που βιώνουμε φταίει ο καπιταλισμός, έχουν προφανώς δίκιο: Ο καπιταλισμός  με όλα όσα συνθέτουν τις σύγχρονες  και εξελιγμένες πρακτικές και αντιπροσωπεύσεις του: Η παγκόσμια διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχών, η ανεξέλεγκτη μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα που αντλεί πόρους από την παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί πάσης φύσης ‘φούσκες ‘ παντού, η  υποταγή της πολιτικής εξουσίας στις τραπεζικές προτιμήσεις, η ‘νεοφιλελεύθερη’ θεωρία που αποτελεί την επικρατέστερη θεωρητική του υποστήριξη, όλα αυτά και άλλα πολλά, βεβαίως και αποτελούν  βασικό αίτιο της Ελληνικής κρίσης.

 Ήδη πριν από την κρίση, όλα τα κράτη του κόσμου και όχι μόνο η Ελλάδα βέβαια, ήταν ήδη υπερδανεισμένα. Το σε ποιόν ακριβώς χρωστούσαν, ας το εξηγήσουν οι οικονομολόγοι. Εγώ απλά το υπενθυμίζω.  Είναι γνωστό ότι μετά την κατάρρευση της  Liehman Brothers, το 2008, τα κράτη έδωσαν άφθονα χρήματα για να σώσουν τις τράπεζες. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν να ανέβουν τα χρέη όλων των κρατών κατά 30% περίπου. Φυσικό αποτέλεσμα ήταν, στις χώρες που ήδη ο δανεισμός ήταν ήδη ιδιαίτερα υψηλός και συνέτρεχαν και άλλοι οικονομικοί παράγοντες που επιβάρυναν τις προοπτικές, τα πράγματα να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο. Η Ελλάδα διέθετε πολλαπλές τέτοιες επιβαρύνσεις.

 Είναι επίσης γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας δομηθεί στην βάση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων και πολιτικών επιλογών,  εμφορούμενη στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή από άκρως συντηρητικές ιδέες και βαρύτατα δεσμευμένη στο άρμα της υποστήριξης, όχι απλά των τραπεζών εν γένει, αλλά των τραπεζιτών πολύ πιο συγκεκριμένα, και πιεσμένη από τον ανταγωνισμό των αναπτυσσόμενων χωρών, δεν επέδειξε καμιά απολύτως φιλολαϊκή ευαισθησία.  Και, όσοι τόσο πρόθυμα τονίζουν την αλόγιστη κατανάλωση των νεοελλήνων και την διάλυση της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, θεωρώντας αποκλειστικούς υπεύθυνους για όλα αυτά τους  Έλληνες (πολιτικούς που έκαναν επάγγελμα την διαπλοκή,  αγρότες που ‘έφαγαν τις επιδοτήσεις,’ δημοσίους υπαλλήλους που βολεύτηκαν, επιχειρηματίες που έκλεβαν, καταναλωτές που υπερδανείστηκαν, κ.λ.π) καλό είναι να θυμούνται ότι όλο αυτό δεν είναι καθόλου άσχετο με τον συνολικό τρόπο διάρθρωσης της Ευρωπαϊκής ένωσης, που ακόμα και χωρίς το ‘φάγωμα των επιδοτήσεων’ από Έλληνες αγρότες , πολιτικούς, και άλλους πολλούς, τείνει να παράγει ελλείμματα στο Νότο και πλεονάσματα στο Βορρά και ταυτόχρονα να ενισχύει την Βορειοευρωπαϊκή παραγωγική μηχανή εις βάρος της Νοτιοευρωπαικής. Όπως επίσης δεν είναι καθόλου άσχετο με την ώθηση προς  κατανάλωση που προέρχεται από το καπιταλιστικό σύστημα εν γένει, απορρέοντας από δικές του συστημικές ανάγκες και που είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της τις προηγούμενες δεκαετίες.

Και φυσικά για όλα αυτά δεν ευθύνεται κανένας λαός του κόσμου, ούτε και ο ελληνικός[1]. Και φυσικά όλα αυτά στρέφονται εναντίον όλων των λαών της Ευρώπης και όλων των λαών του κόσμου. Και φυσικά  ο τρόπος της αντιμετώπισής τους δεν  μπορεί να είναι άσχετος από την σχετική συνειδητοποίησή του πολύ κόσμου, που πράγματι είναι το αθώο θύμα (σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης),  αλλά και το μόνο ιστορικό υποκείμενο από το οποίο μπορεί να προέλθει η όποια προσπάθεια αντίδρασης σε όλα αυτά. Και φυσικά η παγκόσμια κρίση έχει οξύνει δραματικά τα απορρέοντα προβλήματα και έχει κάνει επιτακτικότερη την ανάγκη αντίδρασης.  Και φυσικά οι λαοί σε αυτό πρέπει να συνεργαστούν σε μια προσπάθεια προστασίας του δικαιώματος των πολλών έναντι της άμετρης κερδοφορίας των λίγων. Αλλά, όλα αυτά αποτελούν την μισή αλήθεια.
3. Η άλλη μισή αλήθεια.

3.α .Στην παγκόσμια και Ευρωπαϊκή κλίμακα.

Η άλλη μισή, που δεν προβάλλεται από όσους επιμένουν στην ανωτέρω εξήγηση των πραγμάτων, είναι η εξής σκληρή πραγματικότητα: Ότι αυτός ο κακός, κάκιστος καπιταλισμός, όντας ταυτόχρονα ιδιαίτερα ‘έξυπνος’, έχει φροντίσει επί δεκαετίες το σπίτι του: Τον οικονομικά αναπτυγμένο Δυτικό Κόσμο, στον οποίο φρόντισε ώστε το πραγματικό ‘προλεταριάτο’ να αντιπροσωπεύεται από πολύ μικρές ποσοστιαίες αναλογίες. Η πραγματική ‘προλεταριακή’ εξαθλίωση, εδώ και δεκαετίες βρίσκεται εκτός του Δυτικού κόσμου. Η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική, κατοικούνται από μικροαστούς, μεγαλοαστούς και μεσαίους αστούς. Οι οποίοι, όσο και να θυμώνουν με τους πλουσιότερους από αυτούς και όσο και να λυπούνται για το χάλι των φτωχότερων από αυτούς, πάντως σίγουρα, στα μεγαλύτερα ποσοστά τους, δεν βρίσκονται στην κατάσταση εκείνη της απόλυτης εξαθλίωσης που προέβλεπε ο Μαρξ  ότι θα συνιστούσε το βασικό αίτιο ενός παγκόσμιου ξεσηκωμού αυτών που πλέον «δεν θα είχαν τίποτε να χάσουν». Ο καπιταλισμός είναι κακό πράγμα. Αλλά οι λόγοι που παραμένει κραταιός στις χώρες του Δυτικού κόσμου δεν είναι ή έλλειψη συνειδητοποίησης του προλεταριάτου. Είναι η έλλειψη προλεταριάτου. Και ο λόγος που η Ευρώπη και το νόμισμά της παραμένουν υψηλής προτεραιότητας ζητούμενο, παρόλες τις εσωτερικές αδικίες και ανισορροπίες που περιέχουν και καλλιεργούν,  δεν οφείλεται σε καμιά παρεξήγηση, και σε καμιά συνομωσία: Η Ευρώπη είναι μια ξεκάθαρα καπιταλιστική Ευρώπη, κυρίως των τραπεζών και δευτερευόντως της αλληλεγγύης, στο βαθμό που η αλληλεγγύη συνίσταται κυρίως στην αλληλεγγύη έναντι  κάθε κινδύνου που θα απειλούσε να εξισώσει την κατάσταση των λαών της Ευρώπης με αυτήν των χωρών του ‘αναπτυσσόμενου κόσμου.’ Αλλά οι λαοί της (συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού) γνωρίζουν πολύ καλά, έστω και αν αυτό σπανίως λέγεται ρητά, ότι η κακιά καπιταλιστική Ευρώπη είναι για τους ίδιους πολύ προτιμότερη επιλογή από αυτό που θα συνιστούσε την μοίρα τους εκτός αυτής. Για να το πω διαφορετικά: Καλύτερα άστεγος και άνεργος στην Ευρώπη, παρά «κανονικός πολίτης» του Αφγανιστάν.
3β. Στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα λοιπόν. Που ήδη από την δημιουργία της ως κράτους, έχει ξεκάθαρα αποσχιστεί από την μοίρα των χωρών του «Τρίτου Κόσμου», επιλέγοντας την πρόσδεσή της στο άρμα της αστικής δημοκρατίας και των αναγκαστικών διασυνδέσεων αυτής με τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό.  Και όπου τόσο η δημοκρατία και ο καπιταλισμός, όσο και οι αμφισβητήσεις του δεύτερου, ήρθαν πάντα διαμεσολαβημένα και μισερωμένα στην διαδικασία αντιγραφής τους από τις κύριες πηγές παραγωγής τους και όχι σαν αποτέλεσμα  διεργασιών οικονομικών κοινωνικών και πολιτισμικών στο εσωτερικό της. Σ΄ αυτή την Ελλάδα, όπου ούτε σοβαρή αστική δημιουργήθηκε ποτέ, ούτε συνείδηση του Διαφωτισμού εμπεδώθηκε, ούτε αστικό κράτος οργανώθηκε, ούτε βέβαια σοβαρό προλεταριάτο προέκυψε, γιατί για να υπάρξει προλετάριος πρέπει να υπάρξει και βιομήχανος και για να υπάρξει βιομήχανος πρέπει να υπάρξει βιομηχανία, και η βιομηχανία απαιτεί δύσκολα πράγματα και η όμορφη χώρα μας, έχοντας πάντα αυτόν τον εξαιρετικό ήλιο και την πανέμορφη φύση, παράλληλα με μιαν αξιοζήλευτη στρατηγικά και οικονομικά θέση, δεν είχε ποτέ ιδιαίτερους λόγους να ασχοληθεί με αυτού του είδους τα δύσκολα,  αφού το ενδιαφέρον των «ξένων» για αυτήν, έδινε πάντα λύσεις και προοπτικές άλλου τύπου.

Σ’ αυτήν λοιπόν την Ελλάδα, όπου εδώ και δύο αιώνες έρχονται από την Ευρώπη (ή και την Αμερική) τα πάντα, ακόμα και οι κυβερνήτες και οι βασιλιάδες, ήρθε κάποια στιγμή και η κρίση. Που βεβαίως και δεν την φτιάξαμε μόνοι μας. Έτσι κι αλλιώς έχουμε να φτιάξουμε κάτι αυθεντικά δικό μας από την εποχή του Παρθενώνα.[2] Η κρίση είναι του καπιταλισμού. Και η αποτυχία της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης είναι της Ευρώπης[3]. Αλλά μας ήρθε. Και η κρίση και η Ευρωπαϊκή αποτυχία της διαχείρισής της. Και τί ακριβώς βρήκε;

Βρήκε την made in Greece πλευρά της δεύτερης μισής αλήθειας:

Ένα κράτος που ποτέ δεν έγινε αστικό. Ούτε με την κακή, ούτε με την καλή έννοια του αστικού. Και μια κοινωνία που έχει μάθει να επιβιώνει με τον ακατέργαστο  συναισθηματισμό της ανατολής, επενδυμένο σε κορώνες που θέλουν να θυμίζουν τον ορθολογισμό που επί δύο -τρεις αιώνες[4] πάλευε η Ευρώπη να συμπυκνώσει στους θεσμούς της, αλλά που ποτέ δεν ενσωματώθηκε στις δικές μας παρακαταθήκες.  Και επίσης μια κοινωνία που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει καταφέρει να μην γίνει ποτέ εξίσου καπιταλιστική με τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές,  αφού η μικρή και μεσαία αστική τάξη συνεχίζουν στην χώρα μας να είναι οι μακράν πολυπληθέστερες, σημαντικά πολυπληθέστερες από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές, σφραγίζοντας με το στίγμα τους μιαν οικονομική φυσιογνωμία και ένα κοινωνικό προφίλ πολύ διαφορετικό από εκείνο των κεντρικών Ευρωπαϊκών χωρών. Μια Ελλάδα που κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηρίζεται από την μικρή και μεσαία ιδιοκτησία και πολλά και ενδιαφέροντα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με αυτήν[5]. Και της οποίας αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά εντοπίζοντας και κολακεύοντας, κατάφερε ο ταλαντούχος ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, αντί να τα αναδείξει σε δύναμη μια ισχυρής οικονομίας  με το επιπλέον πλεονέκτημα μιας ‘περιφερειακής θέσης’ στην σκληρότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού,  να τα καταστήσει τροχοπέδη κάθε υγιούς προοπτικής, αναδεικνύοντας όσα στοιχεία τους έφεραν δυναμικές παθολογικές.

Η άλλη μισή αλήθεια λοιπόν, έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Ελλάδα των μικρομεσαίων και των οργανωμένων εκμαυλιστών τους,  δεν έχει καμία διάθεση να τα βάλει με τον καπιταλισμό στο σύνολό του. Να συνεχίσει να επιβιώνει περιφερειακά ως προς αυτόν θέλει. Και, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, η «περίοδος χάριτος» πέρασε ανεπιστρεπτί. Η Ευρώπη - για τους δικούς της λόγους – δεν είναι πλέον πρόθυμη να συντηρεί στα φουστάνια της την μικρή, άτακτη, πλην χαριτωμένη  Ελλάδα. Μέσα στην παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, αυτό πλέον της δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά κέρδη. Και η μικρή Ελλάς, αν θέλει να διατηρήσει μια οποιαδήποτε σχέση με την Ευρώπη  - και τον καπιταλισμό της! – πιέζεται να αποφασίσει να αποκτήσει κάποια σοβαρά στοιχεία αστικού κράτους, παράλληλα με μια πολύ πιο ‘καπιταλιστική’ οικονομία: Λιγότεροι μικρομεσαίοι, περισσότερες μεγάλες εταιρείες και περισσότεροι υπάλληλοι. Ο κ. Βενιζέλος, το είχε πει πέρυσι πολύ καθαρά: Θα έχουμε λιγότερους αυτοαπασχολούμενους και περισσότερους με εξαρτημένη σχέση εργασίας. Αυτό είναι το βασικό πρότυπο οικονομικής οργάνωσης που επιδιώκει η τρόικα για το καλό της Ελλάδας: Σοβαρότερο αστικό κράτος, αλλά και σοβαρότερος καπιταλισμός!

Έτσι, φτάνουμε στο δίκιο των περισσότερο ή λιγότερο «μνημονιακών»: Που έχουν δίκιο να υπερασπίζονται μια πολιτική που εστιάζει στην καλλιέργεια ενός αισθήματος ευθύνης σ’ αυτόν τον λαό (και στην πολιτειακή του εκπροσώπηση) που, ζώντας επί διακόσια χρόνια βάσει των όσων έρχονται απ΄ έξω, (άλλοτε ως βοήθεια, άλλοτε ως επιβολή, άλλοτε ως μόδα, άλλοτε ως ευαγγέλιο, άλλοτε ως κατάκτηση,)  έχει μάθει να αποδίδει όλες τις ευθύνες αλλού και να είναι απολύτως ανέτοιμος να αναλάβει να αντιμετωπίσει με ίδια μέσα τις ίδιες τις δικές του ανάγκες, ή να θέσει τους δικούς του στόχους αναλαμβάνοντας και το κόστος και την ευθύνη τους. Έχουν δίκιο να θέτουν ως θεμελιώδη στόχο την  καταπολέμηση όσων παθογενειών μπορούν να διορθωθούν.  Έχουν δίκιο να δίνουν υψηλή προτεραιότητα στην εξάλειψη της φαυλότητας, των συντεχνιακών νοοτροπιών, του πολυεπίπεδου και πολυσύνθετου βολέματος στην βάση αμοιβαίων διευκολύνσεων ανάμεσα σε όλους. Γιατί πράγματι, αυτά είναι το πρώτο βήμα για την δημιουργία ενός υγιούς αστικού κράτους, και κατ΄ επέκταση μιας υγιούς και παραγωγικής οικονομίας και μιας υγιούς πολιτικής ζωής.  Και πράγματι, αν όλα αυτά τα είχαμε τόσα χρόνια, η κρίση που ήρθε, δεν θα μας έπνιγε. Θα προσπερνούσε, αφήνοντας απλές αμυχές.
4. Ανάμεσα στα δύο μισά: Ποιά ανάπτυξη; Ποιές μεταρρυθμίσεις;

Αλλά, ούτε αυτή η αλήθεια είναι περισσότερο από μισή: Γιατί μιλά μόνο για το ένα κομμάτι των όσων οι πολιτικές της τρόικας προωθούν  και δεν εμφαίνει όσο θα ‘πρεπε το άλλο κομμάτι που είναι εξίσου ή και περισσότερο καθοριστικό: Οι ρυθμίσεις και τα αιτήματα των ‘ξένων’ αυτή τη στιγμή, δεν αφορούν μόνο την συγκρότηση ενός σοβαρού αστικού κράτους. Αφορούν επίσης τον μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής σε ένα σαφέστερο καπιταλιστικό μοντέλο με έμφαση στις δομές των μεγάλων εταιρικών κεφαλαίων, συνδεδεμένων απολύτως με την παγκόσμια αγορά, αλλά και την υπαλληλοποίηση/εργατικοποίηση των μικρομεσαίων τάξεων. Γιατί η Ευρώπη αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται. Και η Ελλάς δεν έχει ποτέ μπορέσει να συγκροτήσει σοβαρή πολιτική πρόταση υποστήριξης του δικού της μικρομεσαίου προφίλ.  Αντιθέτως, έχει καταφέρει να το συνδέσει με πάσης φύσης παθολογίες και αδυναμίες. Γι αυτό, επί τέσσερα χρόνια τώρα, όποτε ακούγεται η λέξη ανάπτυξη, ακούγεται σε συνδυασμό με τις «λαμπρές ευκαιρίες» για την είσοδο μεγάλων επενδυτών, σε σχέση με την μείωση του κόστους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και με άλλα σχετικά, ενώ ταυτόχρονα, αυτό που συμβαίνει στην καθημερινή οικονομική ζωή του τόπου είναι η πραγματική εξαχρείωση όλων των πόρων (φυσικών, χρηματικών, πολιτισμικών, ανθρώπινων) που θα μπορούσαν να συνθέσουν μιαν ανάπτυξη στη βάση ελληνικών κεφαλαίων και εργασίας. Μιαν ανάπτυξη που θα μπορούσε να είναι συμβατή με το μικρομεσαίο προφίλ της Ελληνικής κοινωνίας, που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει άλλες δυναμικές, πολύ διαφορετικές από αυτές που φαντάζονται οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες.

Αυτό είναι το θέμα που  αιωρείται αόρατο ανάμεσα στη μια μισή αλήθεια και την άλλη μισή. Αυτό είναι το θέμα που δεν συζητιέται καθαρά και που κάνει τα πράγματα να γίνονται τόσο παράλογα (και, εν μέρει, πράγματι, εγκληματικά): Πώς είναι δυνατόν την ώρα που και εμείς και οι Ευρωπαίοι και ο κόσμος όλος υποτίθεται ότι αυτό που θέλουμε είναι την καλυτέρευση της πραγματικής οικονομικής δυναμικής της χώρας μας, την ίδια ώρα όλα τα μέτρα που προτείνονται να φέρνουν όλο και βαρύτερα πλήγματα στην ήδη πνέουσα τα λοίσθια παραγωγική δυναμική της χώρας; Λοιπόν ναι. Η τρόικα επιδιώκει να σκοτώσει κάτι. Αλλά όχι την οικονομία της Ελλάδας γενικώς και αορίστως. Αυτήν θα την ήθελε ισχυρή. Αλλά ισχυρή με μια «κανονική», σκληρή, καπιταλιστική δομή. Αυτό που πράγματι πρέπει να σκοτωθεί, για να επιτευχθεί αυτό, είναι η μικρομεσαία δομή της ελληνικής οικονομίας, που, έτσι όπως είναι, παράγει ένα σωρό προσκόμματα στο ιδεώδες μιας καλά οργανωμένης καπιταλιστικής οικονομίας σε ένα κλασικό αστικό κράτος. Η μεγάλη φοροαποφυγή και φοροκλοπή, η αδυναμία ελέγχου και συντονισμού από τα κεντρικά όργανα, ο αναποτελεσματικός δημόσιος τομέα, οι πελατειακές σχέσεις και πλείστα άλλα συνδέονται με αυτήν. Αντίθετα, σε ένα καλά οργανωμένο, σκληρά καπιταλιστικό, κράτος, όλα αυτά είναι εύκολο να ελεγχθούν. Εκεί, η φοροελάφρυνση των μεγάλων κεφαλαίων είναι νόμιμη και στηρίζεται από το κράτος, οι πελατειακές σχέσεις είναι περιττές, γιατί έτσι κι αλλιώς οι πολιτικοί είναι σε μεγάλο βαθμό υπάλληλοι των μεγάλων κεφαλαίων και το βόλεμα συνδικαλιστών και δημοσίων υπαλλήλων δεν υπάρχει, γιατί όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκονται στην ίδια μοίρα της πλήρους εξάρτησης από τις βουλές και τις ανάγκες κερδοφορίας των «μεγάλων».

Το θέμα λοιπόν που ουσιαστικά τίθεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν είναι το μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Γιατί ένα μέρος της λογικής του μνημονίου είναι σωστό, ενώ ένα άλλο ξεκάθαρα λάθος .  Δεν είναι το αν χρειάζονται μεταρρυθμίσεις ή όχι. Αυτές ούτως ή άλλως χρειάζονται, αλλά σε μια κατεύθυνση πολύ διαφορετική από την λογική των λογιστών του καπιταλισμού. Ούτε το πώς θα έρθει η ανάπτυξη. Γιατί η ανάπτυξη δεν είναι μια μονολιθική έννοια. Υπάρχουν διαφορετικά είδη ανάπτυξης και καθένας απ΄αυτούς έχει εντελώς διαφορετικούς τρόπους να έρχεται και να φεύγει. Ούτε το αν το κέντρο βάρους των πραγμάτων είναι στα χέρια των ξένων ή τα δικά μας.  Το κέντρο βάρους είναι κυρίως στα χέρια αυτού που ξέρει τι θέλει και μπορεί να το διαπραγματευτεί, να το υπερασπιστεί, να το προσαρμόσει στα πραγματικά δεδομένα. Και για το ότι μέχρι στιγμής αυτοί που φαίνονται να ξέρουν τι θέλουν είναι οι «ξένοι», δεν φταίνε αυτοί, η τουλάχιστον μόνο αυτοί.

Το μέγα θέμα, κυρίως και πριν απ΄ όλα, είναι να συζητηθεί το τι είδους μεταρρυθμίσεις, για ποιό είδος ανάπτυξης. Αλλά για να συζητηθεί αυτό ανοιχτά, τουλάχιστον από την αριστερά, που είναι αυτή που κυρίως υποχρεούται να το θέσει,  (γιατί οι ‘άλλοι’ έχουν κάθε λόγο να το αποκρύπτουν ως ερώτημα, αφήνοντας να παραμένει η αντίληψη ότι η μόνη δυνατή ανάπτυξη είναι αυτή που στηρίζεται στο μεγάλο κεφάλαιο και τις διευκολύνσεις του) θα πρέπει παράλληλα να τεθεί με ποιο καθαρούς όρους το ζήτημα του ποιούς ακριβώς υπερασπίζεται αυτή η αριστερά, εκ μέρους ποιών ακριβώς μιλάει. Όσο οι αναφορές της εστιάζουν στον «λαό» ή την «κοινωνία» γενικώς, αρνούμενες να συγκεκριμενοποιήσουν τα ακριβή κοινωνικά στρώματα που μπορούν να έχουν νομιμοποιημένο συμφέρον και ενδιαφέρον στην υποστήριξη αυτής ή της άλλης πολιτικής, το παιχνίδι δεν έχει καμιά ελπίδα να κερδηθεί.
5. Αλήθεια ολόκληρη, ευθύνες που αναζητουν αποδέκτη.

Κατά την δική μου γνώμη, η ολόκληρη αλήθεια έχει ως εξής: Χρειαζόμαστε άμεσα ένα υγιές αστικό κράτος, αλλά συνδυασμένο με τον δύσκολο στόχο της δυνατότητας διατήρησης και αξιοποίησης των ελληνικών μικρομεσαίων οικονομικών και κοινωνικών δομών. Χρειαζόμαστε ανάπτυξη στηριγμένη σε αυτές. Και για να το πετύχουμε αυτό χρειαζόμαστε επειγόντως σοβαρή και εστιασμένη προσπάθεια που να αναδείξει τις σωστές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και το κόστος αυτής της επιλογής για τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Και μια αριστερά που να κινητοποιήσει όλο αυτό και να το συνθέσει και να το αντιπαραβάλλει στις προτάσεις των μνημονίων, διεκδικώντας όμως παράλληλα από τους πολλούς Έλληνες να αντιληφθούν ότι η διατήρηση και αξιοποίηση των μικρομεσαίων δομών, ενώ πράγματι είναι ότι καλύτερο μπορεί να προκύψει για την μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, δεν μπορεί να έχει τα παθογενή χαρακτηριστικά που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η ανάπτυξη στην Ελλάδα μπορεί και πρέπει να στηριχτεί στις μικρές οικογενειακές μονάδες, στις μικρές επιχειρήσεις, στην ευελιξία και την ελαστικότητα των αυτοαπασχολούμενων. Στην μικρή, αλλά καθετοποιημένη κλίμακα που τόσο ταιριάζει με την πολυποίκιλη και μικρή κλίμακα των γεωφυσικών και πολιτισμικών καταβολών της φυσικά πλούσιας χώρας μας. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να εφευρεθούν τρόποι δραστικού περιορισμού της παραοικονομίας, της αναξιοκρατίας, της αναποτελεσματικότητας, της  στασιμότητας, της μιζέριας, που τόσο εύκολα βρίσκουν έδαφος σε μια τέτοιου τύπου οικονομική και κοινωνική δομή. Πρέπει να βρεθούν ή να αξιοποιηθούν  τρόποι καθοδήγησης και ανάδειξης και συντονισμού, που θεωρητικά όλοι τους περιγράφουν εδώ και δεκαετίες, αλλά στην πράξη έχουν θαφτεί κάτω από το βαρύ πόδι της πολιτικής υστεροβουλίας δεκαετιών.

Το πρόβλημα δεν είναι απλά το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να καλυφτούν τα ελλείμματα. Είναι το τι είδους διάρθρωση μπορεί να έχει η οικονομία μας ώστε να μην παράγει ελλείμματα. Και σε αυτό, όσο δεν υπάρχει σοβαρή επεξεργασία μιας άλλης πρότασης, φαίνεται ως μονόδρομος αυτή της τρόικας. Αλλά, η έλλειψη άλλης πρότασης είναι ακριβώς το αποτέλεσμα ενός τεράστιου ελλείμματος της ελληνικής αριστεράς, το οποίο συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται, όσο η αριστερά προσπαθεί να αποκρύψει ή να αλλοιώσει την πραγματική κοινωνική θέση των κοινωνικών στρωμάτων στα οποία απευθύνεται, (εμφανίζοντας και χειριζόμενη ως προλετάριους τους μικροαστούς μικροϊδιοκτήτες,) και ταυτόχρονα αρνείται να θέσει με όρους καθαρούς  το όποιο κόστος αλλά και το όποιο (σημαντικότατο και οικονομικά και κοινωνικά και πολιτικά και πολιτισμικά) όφελος συνδέεται με μια πρόταση ανάπτυξης στηριγμένη στις πραγματικές παραμέτρους της ελληνικής κοινωνικής, γεωφυσικής, πολιτισμικής και ιστορικής ιδιαιτερότητας.

Όσο λοιπόν, όλοι μαζί και κυρίως η αριστερά, αντί να πέσει με τα μούτρα στην προσπάθεια της παραγωγής ενός πραγματικού σχεδίου ανάπτυξης φιλικού προς τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, σπαταλιέται και περιορίζεται σε διακηρύξεις είτε υπέρ είτε κατά του «μνημονίου», είτε υπερ είτε κατά των «ισοδύναμων μέτρων», αφήνοντας τον χρόνο να περνάει, (και αυξάνοντας ταυτόχρονα τα μίση και τις παρανοήσεις που ήδη αποκτούν μια αυτοτελή δική τους δυναμική), η επιτελούμενη αυτή τη στιγμή καταστροφή των βασικών  πόρων στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί ένα φιλικό προς τις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες της χώρας μας παραγωγικό μοντέλο, θα συνεχίζεται απρόσκοπτα και αναγκαστικά. Και εξίσου θα συνεχίσουν να γιγαντώνονται τα μίση και οι πάσης φύσης εκφυλιστικές εκφράσεις τους[6].

Όποιες κι αν είναι οι Ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εξελίξεις. Ακόμα και αν, και όταν, οι Ευρωπαίοι αποφασίσουν να «κάνουν τα πάντα για να κρατήσουν την Ελλάδα», αν η Ελλάδα δεν έχει ετοιμάσει μόνη της αυτό που μπορεί να την «κρατήσει», το πλεονέκτημα δεν θα μπορέσει να αξιοποιηθεί. Κι απ΄ την άλλη, όσο σκληρές και αποφασιστικές «διαπραγματεύσεις» και αν θελήσει ή προσπαθήσει να κάνει η ελληνική πολιτική αντιπροσώπευση (όποια κι αν είναι αυτή), καθόλου ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν θα μπορέσει να υπάρξει, αν η ίδια δεν ξέρει τι θέλει και γιατί το θέλει. Η ιδέα ότι ζητάμε για να μας δίνουν, χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε με όσα παίρνουμε, δεν μπορεί πλέον να έχει πεδίο εφαρμογής. Πρέπει να μάθουμε τι θέλουμε, δηλαδή τι χρειαζόμαστε και βάσει αυτού να ζητήσουμε. Και το ίδιο αυτό το ξεκαθάρισμα και η συγκεκριμενοποίηση του «τι χρειαζόμαστε»  θα μας δείξει και τους τρόπους  να πείσουμε για την ρεαλιστικότητα και την προοπτική του, θα μα δείξει τους τρόπους να το διεκδικήσουμε.  Και από τον λαό «εντός» και από τους λαούς και τις κυβερνήσεις «εκτός».
6. Επίλογος: Ένα παράδειγμα που συνοψίζει.

Ένα εξαίρετο παράδειγμα της συλλογιστικής που προσπάθησα να εκθέσω εδώ, είναι το πρόσφατο ‘ανέκδοτο’ με τα μικρονήσια που «βαραίνουν τον προϋπολογισμό» και άρα πρέπει να εκκενωθούν:  Έ, λοιπόν, ναι! Πράγματι τον βαραίνουν. Και τα μικρά νησιά, και τα λίγο μεγαλύτερα και τα ορεινά σκορποχώρια, και άπειρες άλλες πανέμορφες και ιερές «ιδιαιτερότητες» της μικρής μας χώρας. Αλλά, δεν πρέπει να εκκενωθούν! Να αναπτυχτούν πρέπει, να συσσωματωθούν σε μια λογική υγιούς και δημιουργικής ένταξής τους σε ένα παραγωγικό πρότυπο ικανό να αναδείξει και να «εκμεταλλευτεί», όχι με αλλοίωση, αλλά με προβολή και ενίσχυση των εξαιρετικών προσόντων τους, όλα αυτά. Για να σταματήσουν να επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς και να αρχίσουν να τους ενισχύουν! Το πώς θα γίνει αυτό, δεν μπορεί βέβαια να το ξέρουν ή να το εμπνευστούν οι τροϊκανοί με τα άριστα λογιστικά τους, τα οποία βεβαίως και συνεχώς αποδεικνύονται απολύτως ακατάλληλα για την ελληνική περίπτωση! Πρέπει να μπορέσουν να το κάνουν άλλοι.

 Για όσο καιρό περιμένουμε μόνο από τις μεγάλες εφοπλιστικές εταιρείες να διασυνδέουν τα νησιά, υποσκάπτοντας με χίλιους τρόπους κάθε δυνατότητα διαμόρφωσης τοπικών δικτύων ενδιάμεσης διασύνδεσης, για παράδειγμα, ή αφήνουμε όλα τα ορεινά χωριουδάκια να εκφυλίζονται σε συνθήκες πολλαπλής απομόνωσης, αντί να τα κάνουμε τόπο έλξης για τις εξαίρετες ομορφιές τους και τις σπάνιες και ιδιαίτερες παραγωγικές τους δυνατότητες, ότι κι αν συμβεί στην Ευρώπη και ότι κι αν συμβεί στον παγκόσμιο καπιταλισμό, η χώρα μας είναι καταδικασμένη.  Αντίθετα, αν αρχίσουμε να σκάβουμε προς την σωστή κατεύθυνση, και όσο νωρίτερα το κάνουμε αυτό, τόσο περισσότερο η χώρα μας θα βρίσκεται καλύτερα προφυλαγμένη και από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους ή Ευρωπαϊκούς κυκλώνες.

 



[1] Εκτός και αν θεωρήσουμε ευθύνη των λαών το γεγονός ότι επί τόσες πολλές δεκαετίες δεν έχουν ήδη γκρεμίσει τον καπιταλισμό. Αλλά εκεί ξεφεύγουμε. Δικαιώνουμε μεν το Κ.Κ.Ε, αλλά χάνουμε την συνοχή που πρέπει να έχει το σκεπτικό ενός άρθρου, το οποίο αν και αποδέχεται την θέση ότι ο καπιταλισμός είναι ένας κακός και άδικος τρόπος παραγωγής, θεωρεί επίσης ότι καλώς ή κακώς αυτή  η στιγμή δεν υπάρχουν αρκετοί που θα ήθελαν πραγματικά να τον γκρεμίσουν, καθότι, αν μη τι άλλο, δεν φαίνεται να υπάρχουν καθόλου ώριμες συνθήκες για την αντικατάστασή του από κάτι άλλο που να μην είναι ακόμα χειρότερο.
 
[2] Με εξαίρεση ίσως τη μουσική και την ποίηση κάποιων και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και άλλες παραδοσιακές παραγωγές των νησιών και των βουνών μας.
[3] Ως προς αυτό εμπιστεύομαι απολύτως την ανάλυση του κ. Βαρουφάκη στην οποία και παραπέμπω.
[4] Εκείνους τους αιώνες της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής αστικής τάξης, του Διαφωτισμού και της δικής μας Τουρκοκρατίας
[5] Για ανάλυση όλων αυτών παραπέμπω στο σπουδαίο έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά και πιο πρόσφατα του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο, 2011). Και όχι μόνον..
[6] Η βία (και πολύ περισσότερο η οργάνωσή της κάτω από φασιστικές ιδεολογίες) ούτε παράγεται, ούτε αντιμετωπίζεται μόνο με λόγια και αναλύσεις φιλολογικού και ηθικοπλαστικού περιεχομένου. Ούτε βέβαια μόνο με την αστυνομική ή δικαστική παρέμβαση. Αντιμετωπίζεται κυρίως με την αναίρεση των πραγματικών αιτιών που την υποθάλπουν.
 ημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μεταρρύθμιση http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=13092&sw=1366
Διαβάστε περισσότερα

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Μια ριζική αναθεώρηση του Οιδιπόδειου συμπλέγματος. (1: Ο πατέρας).


New studies of old villains: A radical reconsideration of the Oedipus Complex

Paul Verhaeghe

Μτφ .Τόνια Παντελαίου

 

Κεφάλαιο 1: Πατέρας.

Η οιδιπόδεια θεωρία του Οιδίποδα σαν μια νευρωτική λύση.

Ανασκάπτοντας την οιδιπόδεια θεωρία του Φρόιντ, μπορεί  σύντομα θα ματαιωθούμε, αφού ο Φρόιντ ποτέ δεν την σχεδίασε με ένα συστηματικό τρόπο, παρόλο που συχνά αναφέρεται σ΄ αυτήν σε μελέτες του για άλλα θέματα. Ο ίδιος ο όρος  – το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα - εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1910, παρόλο που η ιδέα είχε ήδη εμφανιστεί το 1987 σε ένα γράμμα προς τον Fliess, στο οποίο ο Φρόυντ ανακαλύπτει κάποια από τα δικά του οιδιπόδεια συναισθήματα και προχωρά στο να τα περιγράψει και να τα γενικεύσει. Η γενίκευση δημοσιεύεται στην Ερμηνευτική των Ονείρων:  Είναι η μοίρα όλων μας ίσως, να απευθύνουμε την πρώτη ερωτική μας ώθηση προς την μητέρα μας και το πρώτο μας μίσος και την πρώτη μας φονική επιθυμία εναντίον του πατέρα μας. Ένα πρώτο κλινικό παράδειγμα ακολουθεί, όταν επεξεργάζεται το υλικό της ανάλυσης της Ντόρας.

Ο σύγχρονος αναγνώστης της ανάλυσης της Ντόρας δεν χρειάζεται καν να ξέρει την κριτική του Λακάν για να καταλάβει πως η επίμονη βεβαιότητα του Φρόιντ για την ορθότητα της οιδιπόδειας ερμηνείας στρέφει την θεραπεία σε αποτυχία. Του φαίνεται τόσο σαφές: Η Ντόρα είναι ερωτευμένη με τον πατέρα της και συμπεριφέρεται σαν μια ζηλιάρα σύντροφος τοποθετώντας τον εαυτό της και στην θέση της μητέρας της και στην θέση της Κυρίας Κ. (της ερωμένης του πατέρα της).Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν θέλει να το παραδεχτεί και εγκαταλείπει την θεραπεία πρόωρα.  Εφαρμόζει πλήρως την γνώση του στην  κλινική περίπτωση του μικρού Χανς και την επεξεργάζεται στον Άνθρωπο με τους Λύκους.

Οι δύο τελευταίες κλινικές περιπτώσεις έχουν γίνει η κλασσική ψυχαναλυτική αναφορά για την ανάπτυξη της υστερικής φοβίας, βασισμένη στα απωθημένα οιδιπόδεια συναισθήματα του ασθενή. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πως, κατά κάποιο τρόπο, ο Άνθρωπος με τους Λύκους εμφανίζει σε μας μια εικόνα αντεστραμμένου καθρέφτη συγκρινόμενος με την Ντόρα: Παρόλο που αποδέχεται την οιδιπόδεια ερμηνεία του Φρόυντ , παραμένει σε ανάλυση ατέρμονα και ο Φρόιντ τον αναγκάζει να σταματήσει.  Σαν αποτέλεσμα αυτού,  ο Άνθρωπος με τους Λύκους αρχίζει μια άλλη ανάλυση με κάποιον άλλο και παραμένει αναλυόμενος λίγο πολύ ως το τέλος της ζωής του.

Ο μικρός Χάνς και ο μεγάλος μπαμπάς.

Η πρώτη σημαντική κλινική εφαρμογή βρίσκεται στην περίπτωση του μικρού Χανς. Δεν μπορούσε να είναι καλύτερα: εδώ ένας πεντάχρονος γιός σε πλήρη οιδιπόδεια κρίση, που παρατηρείται από τον πατέρα του, καθοδηγούμενος  από τον Φρόιντ. Ο πατέρας της ψυχανάλυσης βρίσκει την θεωρία του να επιβεβαιώνεται πλήρως. Ο μικρός Χανς είναι ερωτευμένος με την μητέρα του, θέλει να την κατακτήσει, ακόμα και σεξουαλικά και συνεπώς κουβαλάει επιθυμίες θανάτου εναντίον του ανταγωνιστή του, του  πατέρα του. Με δεδομένη την άνιση κατανομή εξουσίας, αυτές οι επιθυμίες θανάτου σύντομα μετατρέπονται σε ένα θανάσιμο φόβο, με την ιδιαίτερη οιδιπόδεια εμφάνιση του άγχους ευνουχισμού.  Η απώθηση των  αιμομικτικών  επιθυμιών από το παιδί, αντί να παραμερίσει τις επιθυμίες, δίνει το βασικό έδαφος για την φοβία: αγωνία για τα άλογα που δαγκώνουν και τον παντοδύναμο πατέρα. Κατά την διάρκεια της θεραπεία ο μικρός Χανς θα μάθει ότι έπρεπε να φοβάται τον πατέρα του επειδή επιθυμούσε την μητέρα του τόσο πολύ, αλλά δεν χρειάζεται να φοβάται τόσο πολύ γιατί ο πατέρας του τον αγαπά επίσης και άρα τα πράγματα τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα.

Αλλά ένα προσεκτικό διάβασμα της  περίπτωσης, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Κάθε απειλή ευνουχισμού έρχεται, όχι από τον πατέρα, αλλά μάλλον από την μητέρα. Επιπλέον είναι η μητέρα που από καιρού εις καιρόν  καθοδηγεί τον πατέρα, ακόμη και μπροστά στο γιό τους, ο οποίος πρώτα και περισσότερο αγαπά τον πατέρα. Αν διαβάσουμε την εξήγηση του Φρόιντ – η φοβική ανησυχία εκφράζει την ανησυχία του παιδιού για τον πατέρα-, μαζί με μια κλασσική οιδιπόδεια ερμηνεία της φαντασίωσης με την καμηλοπάρδαλη, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τους συνειρμούς του Χάνς, είναι φανερό ότι κάτι πάει στραβά. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο παράξενα αν δούμε ότι η θεραπεία, παρόλο που βασίστηκε σε μία σειρά λάθος ερμηνειών, απέβη εμφανώς επικερδής για το παιδί.

Κεντρικά στην πρώτη ανάλυση του παιδιού βρίσκουμε μια φαντασίωση που αναφέρεται σε μια καμηλοπάρδαλη. Ποιά είναι η ιστορία; Έχοντας μπει στο δωμάτιο των γονιών του κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Χάνς παρουσιάζει την εξής εξήγηση το άλλο πρωί. «Το βράδυ υπήρχε μια μεγάλη καμηλοπάρδαλη στο δωμάτιο και μια διαλυμένη (Σημ. Μετ: κουλουριασμένη, νικημένη), και η μεγάλη φώναζε γιατί απομάκρυνα την διαλυμένη από αυτήν. Μετά σταμάτησε να φωνάζει και μετά εγώ κάθισα πάνω στην διαλυμένη

Φυσικά, αυτό είναι ακριβώς η στενωπός του αναλυτή, δηλαδή του αναλυτή που ο πατέρας του Χάνς φαντάζεται ότι είναι. Δύσκολα θαφανταζόταν κανεις ένα πιο κλασσικό κείμενο. Δίνοντας στον εαυτό του τον ρόλο του πατέρα Λάιου, ευθέως αναγνωρίζει στον μικρό Οιδίποδα Χανς την κατοχή της διαλυμένης μητέρας -καμηλοπάρδαλης, (Ιοκάστης), ενώ ο πατέρας - μεγάλη λεοπάρδαλη υποβιβάζεται στο ρόλο του κραυγάζοντος παρατηρητή.  Συνολικά, προσθέτει, η ιστορία είναι αναπαραγωγή μιας σχεδόν καθημερινής ιστορίας: Το μικρό αγόρι συναντά την μητέρα του στο κρεβάτι το πρωί, αντιμετωπίζοντας μόνο διστακτικές διαμαρτυρίες από τον πατέρα, που αδιαλείπτως παραμερίζονται από την ερεθισμένη μητέρα.

Αλλά, διαβάζοντας την φαντασίωση του Χανς, γίνεται καθαρό ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι αυτό που υποτίθεται ότι είναι. Η ερμηνεία του πατέρα, όπως δίνεται παραπάνω, είναι τουλάχιστον  ελλιπής και πιθανότατα λάθος. Ας ακούσουμε πρώτα την ερμηνεία του πατέρα. «Την ίδια μέρα ο πατέρας του ανακάλυψε την λύση της φαντασίωσης με την καμηλοπάρδαλη.»  (Φρόιντ) Την ανακάλυψε. Η ερώτηση είναι πού; Σίγουρα όχι στον Χάνς, γιατί ο διάλογος σε αυτή τη σελίδα κατά κανένα τρόπο δεν ενισχύει αυτό που ο ευρέτης έχει βρει. Η ερμηνεία είναι ένα αποτέλεσμα μιας ήδη εδραιωμένης, προϋπάρχουσας  γνώσης και δίνεται από την θέση του κυρίου, της αυθεντίας: « Στο τρένο του εξήγησα την φαντασίωση της καμηλοπάρδαλης.»

Μια ερμηνεία από την θέση του κυρίου, πιστώνει τον άλλο με επεξηγηματική γνώση. Συνδυάζοντας την λακανική θεωρία για τον λόγο με μια από τις σημαντικές ανακαλύψεις του Φρόυντ, πρέπει να υποθέσουμε ότι μια τέτοια θέση κυρίου, κρύβει έναν εσωτερικό διχασμό. Το εγώ δεν είναι αφέντης στο σπίτι του. Ποιά είναι  η αλήθεια για τον πατέρα του Χανς ως διχασμένου υποκειμένου; Σε  ολόκληρη την ανάλυση της περίπτωσης αυτό γίνεται όλο  και περισσότερο προφανές: ο άνδρας δεν μπορεί να αποδεχτεί την θέση του πατέρα. Είναι αυτός που λέει ανοησίες, παρόλο το γεγονός ότι ο Χανς ορίζεται ως αυτός που παράγει την φοβία. Είναι επίσης ο πατέρας αυτός που νομιμόφρονα επισκέπτεται την μητέρα του στου Λενζ κάθε Κυριακή μαζί με το μικρό του αγόρι. Χωρίς την γυναίκα του, αυτό είναι. Και όταν ο πατέρας ρωτά τον Χανς τι θα έκανε αν ήταν μπαμπάς, αυτός απαντά χωρίς δισταγμό ότι θα έπαιρνε μαζί την μαμά στο Λενζ. Τα παιδιά έχουν καλή μύτη.

Αυτή η πληροφόρηση για το γενικό πλαίσιο, αποδεικνύει ότι η ερμηνεία του πατέρα, ανταποκρίνεται στη δική του φαντασίωση, καλύπτοντας την δική του επιθυμία. Πράγματι θα του άρεσε πολύ να έχει τη θέση του Πατέρα στο Νόμο, αυτού που αξιωματικά έχει την δικαιωματική κατοχή της μητέρας, και γι αυτό να τον ζηλεύει και να τον θαυμάζει ο γιός του. Αλλοίμονο: Στην καθημερινή ζωή, ο Χανς δεν φοβάται καθόλου τον πατέρα του, φοβάται την μητέρα του. Είναι αυτή στην οποία θα ήθελε να δώσει ένα καλό χτύπημα, όχι ο πατέρας του. Επιπλέον, αυτός ο πατέρας δεν κατέχει την μητέρα σε όλη την τριαδικότητα. Αντίθετα το διαζύγιό τους βρίσκεται προ των πυλών.

Το 1901 με την Ψυχοπαθολογία στην καθημερινή ζωή, ο Φρόυντ είχε ήδη ανακαλύψει ότι γρηγορότερα η αργότερα, η αλήθεια εμφανίζεται μέσα από γλιστρήματα της γλώσσας και τα παρεμφερή. Παρόλες τις εμβριθείς εξηγήσεις του, ο πατέρας αποκαλύπτει την αλήθεια σε μια αυθόρμητη αντίδραση: « Την Κυριακή, 29 Μαρτίου, πήγα με τον Χανς στο  Λενζ. Πειρακτικά, χαιρέτησα τη γυναίκα μου στην πόρτα με τις λέξεις: Γεια σου μεγάλη καμηλοπάρδαλη. Γιατί καμηλοπάρδαλη; Ρώτησε ο Χανς. Η μαμά είναι η μεγάλη καμηλοπάρδαλη, απάντησα, στο οποίο ο Χανς επαύξησε: Α, ναι, και η Χάννα (η αδερφή του Χανς), είναι η διαλυμένη καμηλοπάρδαλη, έτσι δεν είναι

Αμέσως μετά την αντίδραση αυτή του Χανς, ο πατέρας αποδύεται σε μια εξήγηση που αντιστέκεται σε ότι έχει ήδη ειπωθεί. Πολύ υπομονετικά εξηγεί στον μικρό Χανς ότι αυτός,  (ο πατέρας) είναι η μεγάλη καμηλοπάρδαλη (μεγάλος λαιμός σημαίνει μεγάλο πέος, ότι η μικρή νικημένη είναι η μητέρα (χωρίς πέος) και τα λοιπά. Ο Χανς επιβεβαιώνει, με έναν τυπικά υστερικό τρόπο υποταγής την επιθυμία του πατέρα – “ η επιθυμία του υστερικού είναι να υποστηρίξει την επιθυμία του πατέρα” (Λακάν 1994[1964]) –, με αποτέλεσμα να αποδέχεται μιαν ερμηνεία διαμετρικά αντίθετη σε σχέση με την αρχική του αντίδραση.

Η εγκαθίδρυση του πατέρα και το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Αν πάρουμε την τεχνική πρόταση του Φρόιντ σοβαρά (τον ελεύθερο συνειρμό), και αν τις συνδυάσουμε  με τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του Λακάν («προσέχετε την κατανόηση!».... «Η επιθυμία πρέπει να εκλαμβάνεται κυριολεκτικά») είναι φανερό ότι η ερμηνεία της φαντασίωσης με την καμηλοπάρδαλη δεν συμβαδίζει με τον τρόπο με τον οποίο ο Χανς βιώνει τον πατέρα του στην καθημερινότητα της οικογενειακής ζωής. Μια λακανική ανάγνωση μπορεί να εστιάσει στο γεγονός ότι το επίθετο του Χανς είναι GRAF , που σημαίνει ότι η επιλογή του ονειρικού περιεχομένου ( GIRAF = καμηλοπάρδαλη) είναι σχεδόν συνώνυμο με το πατρώνυμο. Παρόλο που αυτό είναι σημαντικό, αυτή η λεπτομέρεια πιθανόν να μην είχε αλλάξει σημαντικά τις ερμηνείες, ακόμη και αντεστραμμένες. Ενισχύει το γεγονός ότι το όνειρο  χειρίζεται την θέση του παιδιού μέσα στη δομή της οικογένειας. Και όπως η Juliet Mitchell έχει δείξει, η παρουσία της νεογέννητης αδερφής είναι ένας ακόμα παράγοντας που επιβάλλει την επερώτηση της θέσης του Χανς.

Όσο αφοσιωμένος και αν είναι στους πατρικούς στόχους, αποτυγχάνει στον ιδιάζοντα ρόλο του πατέρα για τον Χανς. Το αγόρι δεν θα πάρει ποτέ ικανοποιητική απάντηση στο πιο σοβαρό του ερώτημα: «αλλά, ανήκω σε σένα επίσης;» (Φρόιντ, 1978 [1906]) Στην πραγματικότητα ο ρόλος του πατέρα  σχεδόν συστηματικά παρακάμπτει σιωπηλά σε όλη την μελέτη περίπτωσης, ακόμα και στο δικό του εκπαιδευτικό μάθημα, το αυγό ή η κότα, στο οποίο ο Κύριος μας (σημ. μετφ:our Lord) φαίνεται να είναι αυτός που παίρνει αποφάσεις. Ο Χανς συμπεραίνει ότι εξίσου οι άνδρες και οι γυναίκες μπορούν να κάνουν αυγά και ότι ο ίδιος επίσης θα μπορέσει να αποκτήσει παιδιά ακριβώς όπως οι γυναίκες. Ο πατέρας το αρνείται αυτό και επικαλείται μια φορά ακόμα την παντοδυναμία του Ενός που έχει φροντίσει το θέμα έτσι ώστε μόνο οι γυναίκες έχουν παιδιά, προφανώς χωρίς καμιά οποιαδήποτε αρσενική εμπλοκή στο θέμα («αν ο Θεός δεν το ήθελε, τίποτα δεν θα μεγάλωνε μέσα της»). Τα πράγματα φτάνουν στα όρια όταν ο Χανς τελικά στρέφεται στη μητέρα. Από αυτήν μαθαίνει ότι αν η μητέρα δεν θέλει ένα παιδί, τότε η Παντοδυναμία του Θεού επίσης δεν το θέλει.

Έτσι ο Χανς εξαναγκάζεται να αισθάνεται πλήρως στο έλεος των επιθυμιών της μητέρας, στις οποίες ακόμα και ο Θεός αναγκάζεται να σκύψει το θεϊκό του κεφάλι. « Ο Φρόιντ το θέτει ως εξής: «Ο πατέρας έπρεπε να έχει κάποια σχέση με την γέννηση της Χάννας, γιατί δήλωνε ότι η Χάννα και ο Χανς ήταν παιδιά του». Είχε δηλώσει ότι είχε «κάποια» σχέση με αυτό.  Οι συμπτωματικές παραγωγές του Χανς  που εμπλέκουν άλογα και άρματα ερμηνεύτηκαν από τον Λακάν σαν μια εξήγηση για το πιο κεντρικό πρόβλημα του παιδιού : Πού είναι προσδεμένο: Σε ποιό άρμα;  Το πατρικό ή το μητρικό: Για μένα, αυτό είναι το κρίσιμο σημείο του θέματος.

Σε ολόκληρη την μελέτη περίπτωσης, ο Φρόιντ αναφέρει να επεμβαίνει  μόνο μια φορά ιδιοπρόσωπα.  Και είναι μια τόσο βαρύνουσα επέμβαση που καθίσταται περισσότερο μια κατασκευή «Πολύ πριν αυτός (ο Χανς) υπάρξει στον κόσμο, προχώρησα, γνώριζα ότι ένας μικρός Χανς θα ερχόταν που θα αγαπούσε τόσο πολύ την μητέρα του που θα κατέληγε να φοβάται τον πατέρα του εξαιτίας αυτού. Και το είχα πει στον πατέρα του αυτό» (Φρόιντ, 1978 {1909β}, σελ42). Ο Φρόιντ είναι πεπεισμένος ότι με αυτή την ερμηνεία είχε απελευθερώσει το παιδί από τον φόβο του εξηγώντας του το νόημα που υπήρχε πίσω από την φοβική-αμυντική επεξεργασία του. Μπορεί όμως να είχε δουλέψει με έναν διαφορετικό τόπο από αυτόν που ο Φρόυντ φανταζόταν. Θεωρώντας όλο αυτό στο φώς της λακανικής περιγραφής του προβλήματος του Χανς, το θεραπευτικό αποτέλεσμα μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Φρόιντ εγκαθιδρύει τον πατέρα σε αυτή τη θέση όπου το παιδί τον χρειάζεται, τοποθετώντας μια σφήνα ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί και συνεπώς – όπως θα εξηγήσουμε αργότερα -επίσης ανάμεσα στον Χανς και στην απόλαυσή (jouissance)  του. Η δύναμη της ερμηνείας του Φρόιντ είναι ότι όχι μόνο την εισήγαγε για τον Χανς, αλλά επίσης για τον πατέρα του.

 Η δύναμη της ερμηνείας του Φρόιντ μπορεί να υπολογιστεί κοιτώντας την θέση του παιδιού αφού είχε ρητά αποδοθεί  στον Φρόιντ και με την ίδια κίνηση στον πατέρα του «Ο καθηγητής μιλά στο Θεό, αφού μπορεί να τα ξέρει όλα αυτά εκ των προτέρων;» Αργότερα, όταν ό πατέρας εντελώς χαμένος ρωτά τον Χανς σχεδόν απελπισμένα τι φοβάται, το μικρό αγόρι απαντά χωρίς ενδοιασμό ότι αυτό δεν το ξέρει ο ίδιος, αλλά μπορεί κανείς να ρωτήσει τον καθηγητή γιατί αυτός σίγουρα θα ξέρει την απάντηση. Επίσης εκφράζει την ελπίδα ότι όταν όλα θα πάνε στο καθηγητή με ένα γράμμα, η ‘α-νοησία’ του θα σταματήσει σύντομα. Η ερμηνεία του Φρόυντ έχει διαγράψει για τν πατέρα του Χανς την θέση που θα έπρεπε να κρατάει στον οικογενειακό αστερισμό στην φαντασία του Χανς. Εμφανώς  το παιδί το έχει ακούσει πολύ καλά, πολύ καλύτερα από τον ίδιο τον πατέρα. Όπως θα δούμε αργότερα, το γεγονός ότι ο πατέρας του Χανς – όπως κάθε πατέρας – αδυνατεί να πάρει αυτή τη θέση, είναι πολύ λιγότερο σημαντικό από το γεγονός ότι ο Χανς καταλαβαίνει το μήνυμα.

Σε αντίθεση, πριν από την ερμηνεία του Φρόυντ, ο πατέρας εμφανιζόταν σαν ένα συμπλήρωμα στην φαντασία του Χανς, ενώ ο Νόμος και η απαγόρευση, αντιπροσωπεύονταν από έναν αστυνομικό. Και [1]οι δύο φαντασιώσεις παρουσιάζουν  παραπτώματα που έγιναν μαζί με τον πατέρα (μπήκαν σε απαγορευμένη περιοχή σε ένα πάρκο, έσπασαν ένα παράθυρο στο τρένο) η κάθε μια τελειώνει και με τους δύο τους τιμωρημένους από τον νόμο.

Κατά τη στιγμή της παρέμβασης του Φρόιντ και σαν αντίδραση σε αυτήν, ο πατέρας του Χανς αρνείται κατηγορηματικά ότι είχε ποτέ θυμώσει με τον Χανς και επισημαίνει ότι δεν τον έχει ποτέ χτυπήσει. Ο Χανς αμέσως απαντά ότι και βέβαια τον έχει χτυπήσει (έστω και μόνο στο παιχνίδι) και έτσι επιβεβαιώνει την κατασκευή του Φρόιντ: γι αυτόν ο πατέρας πρέπει να λειτουργήσει ως εξουσία. Αργότερα σε ανάλογη συζήτηση ο πατέρας αρνείται ότι ήταν θυμωμένος και ο Χανς απαντά: «Ναι είναι αλήθεια. Είσαι τσαντισμένος. Ξέρω πως είσαι Πρέπει να είναι αλήθεια

Τελικά, με την παρέμβαση του Φρόιντ η περισσότερη από τη γνώση που παράγεται από τον Φρόιντ, αποδίδεται στον πατέρα. Δύο από τις εκφράσεις  του Χανς σε σχέση με τον πατέρα του είναι χαρακτηριστικές ως προς αυτό: «Ξέρεις τα πάντα, εγώ δεν ήξερα τίποτα» και «Εσύ ξέρεις καλύτερα, σίγουρα».  Επιπλέον, είναι τώρα είναι τώρα δυνατόν για το Χανς να εκφράσει την ανησυχία του με πιο καθαρό τρόπο. Είναι ανήσυχος όταν ο πατέρας φεύγει από το σπίτι, ανήσυχος ότι ο άνδρας δεν θα γυρίσει. Στην διαλεκτική πρόοδο της ανάλυσης, αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό ως εξής: Τώρα που ο πατέρας έχει μόλις εγκαθιδρυθεί, ο Χανς δεν αντέχει να τον χάσει.

Για να το πούμε συνοπτικά, αυτό που ο Φρόιντ θεωρούσε ότι ήταν η δεδομένη κατάσταση -ο οιδιπόδειος ισχυρός πατέρας, που στέκεται ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί με σκοπό να εμποδίσει την αιμομικτική επιθυμία του παιδιού, είναι αυτό που αρχικά έλλειπε για τον μικρό Χανς. Είναι μέσω της παρέμβασης του Φρόιντ που ο Χανς μπορεί να αρχίσει να βλέπει τον πατέρα του με αυτόν τον τρόπο. Με όρους της οιδιπόδειας δομής, ο Χανς σαφώς χρειάζεται μια ισχυρή πατρική φιγούρα. Και ο δικός του μπαμπάς φαίνεται να μπορεί να πάρει αυτή τη θέση μόνο αναφερόμενος σε έναν άλλο ακόμα πατέρα με ακόμα περισσότερη εξουσία: «τον καθηγητή». Θα επιστρέψουμε αργότερα στην επιμονή του Φρόυντ και ακόμα και του Λακάν  για την ύπαρξη μιας απόλυτης εξουσίας, αυτή του αρχέγονου πατέρα από τον οποίο κάθε πατέρας κληρονομεί την δύναμή του.

Θα μπορούσε θαυμάσια να ευσταθεί η πιθανότητα να είναι μόνο η οικογένεια του Χανς η εξαίρεση σε έναν γενικό κανόνα και ο Φρόιντ, ο οποίος πήρε την πληροφόρηση μόνο έμμεσα να είχε κάνει λάθος και να εκτίμησε ως πραγματικότητα τις προγνώσεις του. Αλλά, όταν στραφούμε σε άλλες μελέτες περίπτωσης του Φρόιντ, θα βρεθούμε μπροστά σε εκπλήξεις. Αρχίζοντας από τις Σπουδές στην Υστερία, συναντάμε αδύναμους, άρρωστους πατεράδες που χρειάζονται φροντίδα, πολύ συχνά από το άτομα που αργότερα γίνεται ο ασθενής του Φρόιντ. Ο Λακάν μιλά για «πατεράδες εκτός αποστολής» και δείχνει με την Ντόρα πώς οι υστερικοί ασθενείς παρουσιάζουν έναν εξιδανικευμένο πατέρα. Την εποχή του Σεμιναρίου XVIII ο Λακάν ήδη εγκαταλείπει την συμπόρευση ανάμεσα στην φροϋδική ψυχαναλυτική θεωρία και την νευρωτική φαντασίωση που αφορά τον παντοδύναμο πατέρα. Το υστερικό υποκείμενο χρειάζεται να διασώσει τον τραυματισμένο πατέρα και η οιδιπόδεια θεωρία του Φρόυντ βοήθησε με την κατασκευή ενός εξιδανικευμένου  πατέρα. Αυτή είναι μια κλασσική περίπτωση όπου η νευρωτική φαντασίωση και η θεωρία συμπίπτουν. Η υστερική παρότρυνση πίσω από αυτή την διασώζουσα φαντασίωση προσφέρει στο υποκείμενο προστιθέμενη επιβράβευση επειδή είναι ο συγγραφέας της διάσωσης. Αργότερα θα συναντήσουμε την διασώζουσα φαντασίωση στην δεύτερη εκδοχή του φροϋδικού αρχέγονου μύθου, με τον Μωυσή ως διασώστη.

Η ασυμβατότητα ανάμεσα στη συγχώνευση και την πραγματική κλινική πραγματικότητα γίνεται ακόμα πιο προφανής στις μεγαλύτερες μελέτες του Φρόιντ. Συναντάμε έναν ανίκανο πατέρα, που εμφανίζει την κόρη του ως αντικείμενο ανταλλαγής για τον άνδρα της ερωμένης του ( στη Ντόρα), έναν πατέρα που είναι μια καρικατούρα ενός Αυστριακού αστρατολόγητου υπαλλήλου, που ζει με την περιουσία της συζύγου του για την οποία εγκατέλειψε ένα αγαπημένο αλλά δυστυχώς φτωχό κορίτσι (ο Άνθρωπος με τα Ποντίκια), έναν μελαγχολικό πατέρα που τριγυρνά από το ένα spa στο άλλο (στον Άνθρωπο με τους Λύκους). Ο πατέρας του Χανς μάλλον είναι ένας από τους καλύτερους. Όλο αυτό αποδεικνύει ότι  η κατάσταση του πατέρα του νευρωτικού, επιβάλλει ένα ρήγμα ανάμεσα στην παθητική πραγματικότητα με την οποία πρέπει να τα βγάλει πέρα και την εξιδανικευμένη εκδοχή του προσώπου που υποτίθεται ότι τον προστατεύει απέναντι σε κάτι που φοβάται και που έχει να κάνει με την μητέρα.

Στο φροϋδικό κλινικό πεδίο λοιπόν, βρίσκουμε σχεδόν συνεχώς αδύναμους πατεράδες, αντίθετα σε αυτό που θα μπορούσε κάνεις να περιμένει στη βάση της οιδιπόδειας θεωρίας. Επιπλέον υπάρχει και μια δεύτερη διαφορά.  Η κλασσική φροϋδική θεωρία διδάσκει ότι οι απειλές ευνουχισμού – αν πράγματι λέγονται -  έρχονται από τον πατέρα. Όμως στην κλινική πρακτική, όπως λέει ο ίδιος ο Φρόυντ, οι απειλές ευνουχισμού έρχονται συχνότερα από την μητέρα παρά από τον πατέρα. Ξανά, η ίδια η πρακτική του Φρόιντ, αντιπαρατίθεται στη οιδιπόδεια θεωρία του.

Τριπλός αναδιπλασιασμός: Φαντασίωση, θεωρία, κοινωνία.

Για τη δική μας μελέτη οι κλινικές εφαρμογές του Φρόιντ προμηθεύον την κύρια πρόσβαση στην οιδιπόδεια θεωρία: κάνουν σαφές ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα του είναι κυρίως ένα πατρικό σύμπλεγμα με έναν κεντρικό ρόλο για τον γιό. Η πρώτη-πρώτη του αναφορά στην οιδιπόδεια τραγωδία συνοδεύεται από μια προειδοποίηση για την πτώση της potestas patris familias της εποχής του. Όταν ο νεαρός Λακάν συζητά τα οικογενειακά συμπλέγματα τέσσερις δεκαετίες αργότερα,  κι αυτός επίσης θεωρεί την τότε επίκαιρη υποβάθμιση της πατριαρχικής imago στην οικογένεια και την κοινωνία ως την κεντρική αιτία της ψυχοπαθολογίας . Μέχρι που υποθέτει ότι η ψυχανάλυση αναπτύχθηκε ως αντίδραση σε αυτήν την υποτίμηση και την κρίση που προκύπτει ως αποτέλεσμά της!

Αυτό φανερώνει το επιχείρημά μας: τον τριπλό αναδιπλασιασμό ανάμεσα στην κλασσική οιδιπόδεια θεωρία, την νευρωτική φαντασία και την  κοινωνία. Το υστερικό υποκείμενο χρειάζεται μια ισχυρή πατρική φιγούρα, ειδικά αν ο πραγματικός πατέρας είναι ένας αδύναμος χαρακτήρας. Αυτή η αναγκαιότητα μπορεί να οδηγήσει στην φαντασίωση μιας αρχέγονης πατρικής φιγούρας της οποίας η εξιδανικευμένη λειτουργία θα ενισχυθεί από την κλασσική θεωρία. Για την πατριαρχική κοινωνία το κέρδος από μια τέτοια ενίσχυση είναι προφανές, αλλά το πώς αυτό γίνεται χρειάζεται περισσότερες εξηγήσεις.

Συνεπώς, με έναν ειρωνικό τρόπο, ο Λακάν έχει δίκιο. Από μια ορισμένη οπτική γωνία,  η ψυχανάλυση πράγματι αναφάνηκε από μια κρίση μπροστά στο ρόλο του πατέρα στην  οικογένεια και μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κρίση. Χρησιμοποιώντας την λακανική θεωρία του λόγου ο Serge Andre έχει επιβεβαιώσει αυτή τη θέση, αν και με μια σημαντική μετακίνηση: Είναι το υστερικό υποκείμενο που χρειάζεται μιαν εξουσιαστική φιγούρα και αυτή η ανάγκη εξηγεί το πώς η υστερία βοήθησε στο να δημιουργηθεί η ψυχανάλυση. Με αυτήν την ανάγνωση η ψυχαναλυτική πράξη θα έπρεπε να αναλύει την αναγκαιότητα για μια εξουσιαστική φιγούρα αντί να την ενισχύει. Η μετα-φροϋδική θεωρία αντίθετα, θα τονίσει τον ρόλο της μητέρας και – στην ωριμότερη θεωρία του ο Λακάν  ο ίδιος θα αποκηρύξει την φροϋδική πλάνη. Οπωσδήποτε σήμερα σε ορισμένες συντηρητικές  πτυχές της Γαλλικής ψυχανάλυσης μπορεί κανείς να ακούσει μιαν ανανεωμένη επίκληση  για τον εξουσιαστικό  πατέρα.

Αυτή η αποκήρυξη έρχεται αρκετά αργά στα σεμινάριά του. Πριν από αυτό, και παρόλο το γεγονός ότι έγραψαν σε διαφορετικές εποχές, οι θεωρίες τους (Σημ. ΜΤΦ: του Φρόιντ και του Λακαν) ήταν αρκετά παρόμοιες σε αυτό το σημείο. Και οι δύο έχουν αναπτύξει μια οιδιπόδεια θεωρία που καταλήγει σε μια έκκληση, ακόμα και μια απολογία για τον πατέρα, ως του αναγκαίου εγγυητή απέναντι σε έναν κίνδυνο ορμικής προέλευσης που έχει να κάνει με την μητέρα.  Η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι για τον Φρόιντ ο κίνδυνος προέρχεται από την επιθυμία του παιδιού (για την ακρίβεια του γιού) για την μητέρα ενώ για τον Λακάν είναι ακριβώς αντίστροφο. Γι αυτόν ο κίνδυνος  εκπηγάζει από την μητέρα που επιθυμεί το παιδί της (για την ακρίβεια το γιό της) υπερβολικά. Αν αφήσουμε στην άκρη αυτή τη διαφορά, η θεωρία τους είναι παρόμοια αφού και οι δύο περιμένουν την λύση από έναν παντοδύναμο πατέρα. Είναι ακριβώς αυτή η πλευρά των θεωριών τους που θεωρώ ότι είναι μια θεραπευτική ενδυνάμωση (μέσω της θεωρίας) της νευρωτικής απάντησης σε ένα υπολανθάνον πρόβλημα . Όπως θα ισχυριστώ αργότερα, αυτό το πρόβλημα έχει να κάνει με αυτό που ο Λακάν στην  ώριμη φάση της θεωρίας το εντόπισε ως απόλαυση.

Ο μύθος της αρχέγονης ορδής ως εγγυητής της θεωρίας.

Κάτι δεν κολλάει. Εκτός από το γεγονός ότι η οιδιπόδεια θεωρία του Φρόιντ μιλά σχεδόν αποκλειστικά για το γιό και σχεδόν καθόλου για την κόρη, η θεωρία του δεν ταιριάζει με τα κλινικά δεδομένα. Κανονικά, θα έπρεπε να περιμένουμε μιαν επανεκτίμηση μετά από αυτό το είδος της αντιπαράθεσης με την κλινική πρακτική. Αρκετά παράδοξα ο Φρόιντ δεν θα αλλάξει την θεωρία του σύμφωνα με αυτά. Το αντίθετο: Κολλάει στην θεωρία του με τέτοιο τρόπο που να την κάνει να εξηγήσει το γιατί η κλινική πρακτική μπορεί να είναι διαφορετική από αυτό που η θεωρία του προβλέπει. Θα το κάνει αυτό εισάγοντας μια νέα ιδέα ( την αρχέγονη φαντασίωση) την οποία θα θεμελιώσει σε έναν αυτοκατασκευασμένο μύθο. Με αυτό τον τρόπο η θεωρία και ο μύθος  συμπλέκονται το ένα θεμελιώνοντας το άλλο και τανάπαλιν και στοχεύουν στο να προμηθεύσουν στους ασθενείς με  αυτό που χρειάζονται πείθοντάς τους ότι το έχουνε ήδη.

Αυτή η αντίστροφη κίνηση του να προσαρμόζεις την πραγματικότητα στην θεωρία γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας στην μελέτη του Ανθρώπου με τους Λύκους. Το οικογενειακό σενάριο είναι παρόμοιο με αυτό του Μικρού Χάνς. Εδώ επίσης βρίσκουμε έναν αδύναμο πατέρα. Εδώ επίσης οι απειλές ευνουχισμού έρχονται από την μητέρα. Και εδώ πάλι ο Φρόιντ δηλώνει ότι η αγωνία του ασθενή για τον πατέρα είναι η πιο ισχυρό αιτία για την νεύρωσή του. Σ΄ αυτό το σημείο ωστόσο ο Φρόιντ ο ίδιος θα πρέπει να είχε νιώσει την απόκλιση ανάμεσα στην θεωρία και την πρακτική, γιατί δίνει μιαν απάντηση σε αυτό. Πώς είναι δυνατόν ο γιός να φοβάται τον πατέρα όταν η καθημερινή ζωή δεν δίνει μεγάλες αιτίες για αυτό;

Η απάντηση του Φρόιντ προκαλεί έκπληξη. Σε αυτές τις περιπτώσεις όπου η καθημερινή πραγματικότητα δεν ταιριάζει με το σενάριο όπως προβλέπεται από την θεωρία - δηλαδή σχεδόν σε κάθε περίπτωση -  το παιδί θα αναφερθεί σε μια πραγματικότητα υψηλότερης στάθμης που διατηρείται με σχηματική μορφή στην συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας. «Όποτε οι εμπειρίες αποτυγχάνουν να ταιριάξουν με το πατροπαράδοτο σχήμα, ανασχηματίζονται στη φαντασία.» Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, σύμφωνα με τον Φρόιντ, είναι το πιο εξέχον παράδειγμα τέτοιων συλλογικών σχημάτων, που είναι ικανά να ανασχηματίζουν την πραγματικότητα ως τέτοια. Ένα τέτοιο σχήμα  υποθετικά πάει πίσω στην προϊστορική πραγματικότητα όπου ο ευνουχισμός θα πρέπει να ήταν γεγονός. Η μνήμη αυτού θα πρέπει να είναι κομμάτι μιας φυλογενετικής κληρονομιάς που εμφανίζεται ασυνείδητα σε κάθε παιδί

Αυτή η υπερπραγματικότητα - ο Φρόιντ την αποκάλεσε αρχέγονη φαντασίωση -υποτίθεται ότι παίρνει το πάνω χέρι, οποτεδήποτε  η καθημερινή ζωή αποτυγχάνει, και καθορίζει την ψυχική λειτουργία. Έτσι, ακόμα και όταν ο πραγματικός πατέρας είναι αδύναμος,  το παιδί θα τον φοβάται και θα αποδίδει σ΄ αυτόν  τις απειλές ευνουχισμού, ακόμα και αν προέρχονται από την μητέρα.

Στην ανθρωπολογική του μελέτη «Τοτέμ και ταμπού», ο Φρόιντ ανακατασκευάζει το υπόστρωμα της  ιστορικής πραγματικότητα της παιδικής ηλικίας του ανθρώπινου είδους. Μια φορά κι έναν καιρό, φαντάζεται, υπήρχε μια αρχέγονη ορδή όπου κυριαρχούσε ένας παντοδύναμος πατέρας που απαγόρευε στους ενήλικες γιούς την πρόσβαση στις γυναίκες – τις δικές του γυναίκες. Οι γιοί αγανάκτησαν με την κατάσταση και μια μέρα ενώθηκαν, σκότωσαν τον πατέρα και τον καταβρόχθισαν, για να μπορέσουν να αποκτήσουν πρόσβαση στις γυναίκες. Μετά τον φόνο ένιωσαν ένοχοι και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία των δύο βασικών ταμπού: Την απαγόρευση του φόνου του πατέρα σε συνδυασμό με  την απαγόρευση της ερωτικής συνεύρεσης με την μητέρα. Από τότε αυτές οι δύο απαγορεύσεις έχουν εγγραφεί στην συλλογική μας μνήμη μαζί με την αγωνία για τον αρχέγονο πατέρα και αυτή η εγγραφή θα αποφασίσει το τελικό οιδιπόδειο περιεχόμενο για το κάθε μέλος της φυλής του Homo Sapiens.

Παρόλο που κατασκεύασε τον μύθο μόνος του, ο Φρόιντ φαίνεται πεπεισμένος ότι αυτά τα γεγονότα πράγματι συνέβηκαν κάποτε ανάμεσα στις δύο εποχές των παγετώνων. Γι αυτόν ο αυτοκατασκευασμένος μύθος  πρέπει να είναι αληθινός. Αλλά εδώ ακόμη και για ένθερμους Φροϋδικούς  ανακύπτουν ερωτήματα. Γιατί δεν υπάρχει καμία ένδειξη μιας μητρικής φιγούρας στον μύθο; Χωρίς αυτό, η εγκαθίδρυση της απαγόρευσης της αιμομιξίας φαίνεται κάπως παράξενη. Τίποτε δεν προετοιμάζει για την ξαφνική εμφάνιση των συναισθημάτων ενοχής, και τίποτε δεν το εξηγεί. Η ιδέα του ευνουχισμού είναι ελλιπής. Κάτι που είναι ιδιαίτερα παράξενο αφού αυτό είναι κεντρικό κομμάτι της οιδιπόδειας θεωρίας (ο πατέρας απειλεί τον γιό με ευνουχισμό). Ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία σημειώνεται στην συλλογική μνήμη δεν είναι καθόλου ξεκάθαρος, ούτε ο τρόπος με τον οποίο οι ασθενείς του Φρόιντ διαστρέφουν την δική τους οιδιπόδεια πραγματικότητα.

Αυτό που είναι καθαρό είναι ότι ο μύθος επιτρέπει στον Φρόιντ να οχυρώσει την θεωρία του, παρόλα τα αντιτιθέμενα κλινικά δεδομένα. Ακριβώς επειδή στην πραγματικότητα οι πατεράδες των ασθενών είναι αδύναμοι , γι αυτό η θέση του πατέρα πρέπει να διασφαλιστεί. Το μήνυμα που ο Φρόιντ περνά στους ασθενείς του μέσω των ερμηνειών του – ότι ανησυχούν εξαιτίας της παντοδυναμίας του πατέρα που τους απαγορεύει την πρόσβαση στην μητέρα-, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζονται. Μέσω του μύθου της πρωτόγονης ορδής, ενισχύει την τυπική νευρωτική λύση (τον κυριαρχικό πατέρα) ανάγοντας την λύση σε μια υποτιθέμενη ιστορική πραγματικότητα. Ο Λεβί - Στρος κατέκρινε έντονα τον αυτοσχέδιο μύθο του Φρόιντ: «Στη μια περίπτωση η πρόοδος είναι από την εμπειρία στο μύθο και από τους μύθους στη δομή. Στην άλλη, ένας μύθος κατασκευάζεται για να εξηγήσει τα γεγονότα. Με άλλα λόγια κάποιος συμπεριφέρεται σαν τον άρρωστο αντί  να διαγνώσει την αρρώστια.»

Η ειρωνεία είναι ότι νωρίτερα ο Φρόιντ είχε ήδη προβλέψει αυτό το είδος νευρωτικής λύσης περιγράφοντάς την  σε μια συνοπτική εισαγωγή στο βιβλίο του Ότο Ρανκ: Έχει εκδοθεί ξεχωριστά με τον τίτλο «Οικογενειακά ειδύλλια».

Οικογενειακά Ειδύλλια.

Η αρχική πρόταση αυτού του μικρού κειμένου μας εισάγει κατευθείαν στην καρδιά του προβλήματος: την σχέση ανάμεσα στον άνδρα και την δυνάμει εξουσία, η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή ως πατρική εξουσία. Ο Φρόιντ εξηγεί μιαν εξέλιξη. Αρχικά οι γονείς ενσαρκώνουν την μόνη εξουσία για το παιδί που δεν έχει καμιά σχέση αμφισβήτησης αυτής της εξουσίας. Μεγαλώνοντας το παιδί θα συγκρίνει τους γονείς του με άλλους ενήλικες, συνήθως με δυσάρεστα συμπεράσματα ια τους γονείς. Το παιδί φαντάζεται ότι ο πατέρας και η μητέρα δεν είναι οι πραγματικοί του γονείς  (έχει γίνει κάποιο μπέρδεμα στην γέννηση, ίσως υιοθεσία). Υπάρχει μια τυπική και επαναλαμβανόμενη ιδιαιτερότητα σε αυτό: Οι ‘πραγματικοί’ (δηλαδή οι φανταστικοί) γονείς θεωρούνται ότι είναι μιας πολύ υψηλότερης κοινωνικής προέλευσης. Ο Φρόιντ προσθέτει ότι αυτή η φαντασίωση λειτουργεί ενώ το παιδί δεν έχει ακόμα ακριβείς γνώσεις των σεξουαλικών λεπτομερειών της αναπαραγωγής.  Μόλις το παιδί αποκτήσει αυτή τη γνώση σε επαρκή βαθμό, το περιεχόμενο αυτής της φαντασίωσης αλλάζει για να εστιάσει αποκλειστικά στην αντικατάσταση της πατρικής φιγούρας. Πράγματι, σπάνια  μπορεί να υπάρξει μια αμφιβολία για την μητρότητα, σε αντίθεση με το ‘η πατρότητα ποτέ δεν είναι σίγουρη’.

Ο Φρόιντ παρατηρεί ότι ο φανταστικός πατέρας, αυτός με την ευγενέστερη καταγωγή και συνεπώς με την μεγαλύτερη εξουσία, μοιάζει στον πραγματικό πατέρα σε όλα τα επίπεδα εκτός από αυτό της κοινωνικής θέσης. Στην πραγματικότητα το παιδί δεν φτιάχνει τόσο πολύ ένα υποκατάστατο για τον πατέρα, αλλά μάλλον  τον τοποθετεί σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο. Αυτή η υποκατάσταση μπορεί  να θεωρηθεί ως έκφραση της παιδικής νοσταλγίας εκείνης της περιόδου που το παιδί δεν έπρεπε να αμφιβάλλει για την εξουσία του πατέρα. Η φαντασίωση είναι ένας τρόπος να κάνει εκείνη την περίοδο να κρατήσει λίγο περισσότερο.   Είναι μια έκφραση της  ανάγκης να αναστηλώσει την potestis patris familias. Το παιδί χρειάζεται έναν πατέρα του οποίου η εξουσία είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Όταν αυτή η εξουσία αναπόφευκτα αποτυγχάνει στην πραγματικότητα, το παιδί θα φανταστεί κάποιαν που δεν αποτυγχάνει. 

Ο μύθος της αρχέγονης ορδής δεν είναι παρά η επιβεβαίωση των οικογενειακών ειδυλλίων από τον Φρόιντ, με τον ίδιο στόχο ακριβώς – το να φανταζόμαστε μιαν εξουσία πέραν κάθε αμφισβήτησης. Πράγματι, προσφέροντας μια ιστορική εγγύηση στην πατρική εξουσία, θα έκανε κάθε αμφισβήτηση της potestis patris familias αδιανόητη. Με αυτόν τον αυτοκατασκευασμένο μύθο, ο Φρόιντ έχει προμηθεύσει τον ακρογωνιαίο λίθο για την οιδιπόδεια θεωρία του που είναι ανάλογη με το οικογενειακό ειδύλλιο όπως δομείται από το νευρωτικό υποκείμενο.

Το πρόβλημα με αυτό το σκεπτικό βρίσκεται όχι στην υπόθεση του Φρόιντ ότι οι άνθρωποι μπορούν να διαστρεβλώνουν την αντίληψη της  πραγματικότητας με έναν υποκειμενικό τρόπο (σε αυτή την περίπτωση να αντιλαμβάνονται έναν αδύναμο πατέρα σαν έναν απειλητικό πατέρα αφέντη). Η κοινωνική ψυχολογία είναι γεμάτη από εμπειρική έρευνα που το επιβεβαιώνει αυτό. Το πρόβλημά μου βρίσκεται στην επιμονή του Φρόιντ να αγνοεί τα κλινικά δεδομένα. Σύμφωνα με τον Φρόιντ, το οιδιπόδειο παιδί φοβάται τον πατέρα του εξαιτίας της επιθυμίας για την μητέρα, ενώ η κλινική εμπειρία δείχνει ότι οι ασθενείς του χρειάζονται μιαν αυταρχική πατρική φιγούρα. Η πατρική φιγούρα, όπως ορίζεται από τον Φρόιντ μέσα στην οιδιπόδεια θεωρία δεν είναι δεν είναι το κέντρο του προβλήματος για το νευρωτικό υποκείμενο. Αντίθετα είναι η επιδιωκόμενη λύση. Η διανομή των σχετικών θέσεων (πατέρας, μητέρα, παιδί) που προκύπτει από αυτό, προσφέρει στο νευρωτικό υποκείμενο μια καθησυχαστική σιγουριά. Μόλις εγκατασταθεί μια τέτοια πατρική φιγούρα, το υποκείμενο νιώθει ασφαλές και μπορεί να αρχίσει μιαν άλλη, ακόμα πιο επιβεβαιωτική  μάχη: την μάχη με έναν πατέρα που είναι είτε λιγότερο είτε περισσότερο απ΄ ότι πρέπει πατέρας.

Μένουμε με την παρακάτω ερώτηση: Γιατί το υποκείμενο χρειάζεται μια γονεϊκή απαγόρευση που το οδηγεί στο να μετατρέψει τον πραγματικό του πατέρα σε έναν παντοδύναμο πατέρα;

                   



[1]
Διαβάστε περισσότερα