Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Περπατώ εις το δάσος

Ένα εξαιρετικό κείμενο της Στέλλας Μιχαηλίδου. Το ανακάλυψα στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, Έγινε μια μαγευτική παράσταση προς μεγάλη έκπληξη όχι μόνο όσων το είδαν αλλά κυρίως δική μου. Που δεν είχα αρχίσει στοχεύοντας σε αυτό. Ο αρχικός στόχος ήταν να συμμετάσχουν όλα τα παιδιά της τάξης μου σε μια θεατρική δράση που θα την κάναμε όσο καλύτερη μπορούσαμε με όσες δυνάμεις διαθέταμε. Έπαιξαν, χόρεψαν, τραγούδησαν, σκηνοθέτησαν και σκηνογράφησαν όλα μαζί.
 Τελικά, είχαμε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Μια παράσταση μιας ώρας όπου οι μικροί εντεκάχρονοι μαθητές έπαιζαν με φυσικότητα και κέφι και έδιναν την γοητεία μιας πραγματικής θεατρικής δουλειάς. Αφού ξεκινήσαμε παίζοντας σεμνά με θεατές τους γονείς και τους εκπαιδυτικους του σχολείου, καταλήξαμε να τριγυρνάμε σε όλη την Πάρο και να δίνουμε παραστάσεις σαν περιοδεύοντας θίασος. Μας καλούσαν σύλλογοι και φορείς ό ένας μετά τον άλλο. Το κοινό αποτελούνταν πλέον από ανθρώπους κάθε ηλικίας, από μικρά παιδιά ως τουρίστες που απολάμβαναν τους μικρούς μου καλλιτέχνες στον απολαυστικό τους θρίαμβο.  
 
Το παιδαγωγικό αποτέλεσμα πίσω από όλα αυτά, αυτό που δεν μπορουν να δείξουν ούτε οι φωτογραφίες ούτε οι περιγραφές, είναι το πιό σημαντικό απ΄όλα. Ξέρω πως για πολλά από αυτ΄τα παιδιά αυτή η παράσταση έφερε μια μεγάλη αλλαγή όχι μόνο στη σχέση τους με το σχολείο, αλλά κυρίως στη σχέση τους με τον ευατό τους και τον κόσμο. 
 
14 χρόνια μετά, λίγες φωτογραφίες που δίνουν μια μικρή ιδέα για μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της δικής μου ζωής και ίσως ένα μικρό δείγμα του τι θα μπορούσε να είναι η ποιοτική εκπαίδευση για όσους συμμετέχουν σε αυτήν.
 
Χρωστάω τις φωτογραφίες στον εξαιρετικό φίλο Μάριο Φουρνάρη, ιδρυτή του Συλλόγου προστασίας Άγριων ζώων ΑΛΚΥΟΝΗ, που ανέλαβε να φωτογραφήσει τόσο καλά την παράστασή μας.
 
 

Η Κοκκινοσκουφίτσα φυλακισμένη από τους δασοφύλακες ως εμπρηστής...Η ελευθερία πληρώνεται.. Ειδικά όταν υπάρχει άμεση ανάγκη να βρεθεί κάποιος ένοχος...
 
 
 
Η 'γιαγιά' της Κοκκινοσκουφίτσας, ήταν ένας πολύ σοβαρός μαθητής με ιδιάιτερη ικανότητα στα μαθηματικά. Ήταν μια άψογη γιαγιά που φώναζε σπαραξικάρδια: "Με όλα αυτά ανέβηκε η πίεσή μου!"
 
 
 
Η μια από τις τρεις κακές αδερφές, που εδώ χορύουν με τον αφηγητή χασάπικο, ήταν επίσης αγόρι. Παρά τις αρχικές τους αντιρρήσεις και τα τρία αγόρια που έπαιξαν γυναικείους ρόλους ήταν τελικά εκπληκτικά και χάρηκαν ιδιαιτέρως τους ρόλους τους. Ήταν μια τάξη με πολλά αγόρια και δεν γινόταν αλλιώς. έπρεπε καποιοι να αναλάβουν γυναικείους ρόλους. τελικά αυτό ήταν μια ακόμα πηγή ζωντάνιας και παιχνιδιού στην παράσταση, θυμίζοντας συν τοις άλλοις και τους αρχαίους ημών προγόνους...
 
 
 
 
Ο αφηγητής με ιδιαίτερο σθένος και αποφασιστικότητα προτρέπει την Κοκκινοσκουφίτσα-Σταχ΄τοπούτα να πάρει επιτέλους τη μεγάλη απόφαση να φύγει από το σπίτι της καταπίεσης και να διεκδικήσει την ελευθερία της.
Διαβάστε περισσότερα

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Προσοχή στο Κενό!


Μετά από χρόνια πολλά ενασχόλησης με την θεωρία της ψυχανάλυσης, και έχοντας ήδη γράψει κάποια δικά μου κείμενα, που παραμένουν αδημοσίευτα, σχετικά με την εκπαίδευση και την ψυχανάλυση, αισθάνθηκα μια βαθειά ανακούφιση όταν ανακάλυψα αυτό το βιβλίο. Το κεντρικό μήνυμα απ΄ αυτό για μένα είναι ανάλογο με την χαρά ενός ναυαγού που βλέπει κάποια σκιά καραβιού στο βάθος του ορίζοντα: «Υπάρχουν κι άλλοι εκεί πέρα!»
Προσπαθώντας να μοιραστώ τη χαρά μου με τρόπο εποικοδομητικό, μετέφρασα τις πρώτες σελίδες από τον πρόλογο. Αν μη τι άλλο, παίρνει κανείς μια ιδέα του τι σημαίνει έρευνα, λέξη τραγικά γελοιοποιημένη στα καθ΄ ημάς, στις πολιτισμένες χώρες του κόσμου. Προσέξτε την πρώτη πρόταση: Επιστήμονες σχεδόν από παντού. Εκτός από την Ελλάδα!



Minding a gap (Προσέχοντας  το κενό). Karnac Books, 2012

Εισαγωγή: Alan Bainbridge και Linden West



Μετάφραση: Τόνια Παντελαίου



1.       Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Τον Δεκέμβριο του 2009, διάφοροι παιδαγωγοί, ψυχοθεραπευτές, και άλλοι, από τις Η.Π. Α, την Σκανδιναβία, τα Γαλλία, την Ιταλία, την Τουρκία, την Ν. Αφρική και την Αυστραλία, συναντήθηκαν σε ένα συνέδριο που διοργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο Canterbury Christ Church.

Ο στόχος ήταν να συζητηθούν οι εφαρμογές της ψυχανάλυσης με την ευρύτερη έννοια, στην εκπαίδευση γενικά, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν  την δια βίου μάθηση και την τριτοβάθμια εκπαίδευση καθώς και την βασική εκπαίδευση. Αυτό το βιβλίο  προέρχεται από αυτό που εκ των υστέρων μπορεί να θεωρηθεί ένα αξιοσημείωτο συνέδριο που επιζητά να αποτυπώσει τον πολυσύνθετο,  ασύντακτο και παρόλα αυτά δυνητικά απελευθερωτικό χώρο της εκπαίδευσης.

Ένα τέτοιο σχέδιο, που προσπαθεί να συνδέσει τους δύο κόσμους δεν  είναι πρωτοφανές, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι τα κείμενα που  σχετίζονται με αυτή την ευρεία περιοχή μετριούνται σε δεκάδες και όχι εκατοντάδες. Είναι επίσης σαφές, από μια Βρετανική τουλάχιστον οπτική, ίσως και ευρύτερα, ότι η ψυχαναλυτική σκέψη είχε σχετικά ελαχιστοποιημένη επίδραση ιδιαίτερα στην πρόσφατη εποχή στην εκπαίδευση και στην ευρύτερη  εκπαιδευτική έρευνα. Αυτό το βιβλίο θα προβάλει στοιχεία μιας αυξανόμενης εχθρότητας από πολλούς παιδαγωγούς και πανεπιστημιακούς ερευνητές  απέναντι στους  ισχυρισμούς, τις φιλοδοξίες και τους τρόπους της  να γνωρίζει (η ψυχανάλυση).

Τέτοιες τάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής περιθωριοποίησης της ψυχανάλυσης, τουλάχιστον με την κλασσική της μορφή: περίπου 150 χρόνια μετά τη γέννηση του Φρόυντ, συχνά αντιμετωπίζεται ως  πεδίο μιας κριτικής βασισμένης επίμονα σε θέματα που αφορούν  κάποιες αρχικές της παραδοχές, κυρίως την ευρέως γνωστή θεωρία των ορμών και τον φθόνο του πέους. Η σημερινή τάση φαίνεται να είναι προς μια διαφορετική κατεύθυνση, μακριά από κάθε επίμονη προσωπική ενασχόληση με το παρελθόν, προς την διαχείριση της αβεβαιότητας του παρόντος, όπως ο κριτικός Honneth (2009) έχει παρατηρήσει.

Επιπλέον η ψυχανάλυση συνήθως παρουσιάζεται από τους επικριτές της ως εάν το κεντρικό ερμηνευτικό της ρεπερτόριο να είχε μείνει καθηλωμένο από την εποχή του Φρόιντ. Στην πραγματικότητα η σύγχρονη ψυχαναλυτική θεωρία έχει μικρή σχέση με αυτά για τα οποία συνήθως επικρίνεται (όπως η υποτιθέμενη παραμέληση του κοινωνικο-πολιτισμικού στοιχείου στην διαδικασία του εξανθρωπισμού) αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί τους επικριτές της.

Η κατάσταση είναι διαφορετική στις Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, σε σχέση με την ψυχανάλυση και την εκπαίδευση. Είναι ίσως οριακά καλύτερη. Υπάρχουν κάποια πανεπιστημιακά τμήματα παιδαγωγικών επιστημών που προσφέρουν κλινικά εργαστήρια με ψυχαναλυτική προσέγγιση, που στοχεύουν στην εμπειρία επαγγελματιών, περιλαμβάνοντας τις ασυνείδητες διαδικασίες όπως η μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση σε χώρους όπως η σχολική τάξη. Αυτή η κλινική παράδοση της επίμονης εστίασης σε τέτοιες διαδικασίες, έχει ενθαρρύνει κάποια σχετική έρευνα που  χρησιμοποιεί για παράδειγμα παρατηρητικές μεθόδους βάθους, και που ξεκινάει από την δουλειά του Esther Bick, καθώς και έντονες συζητήσεις και κείμενα.

 Υπάρχει ένα ενδιαφέρον σε αυτό που ορίζεται ως ψυχικές παράμετροι των σχέσεων μεταξύ δασκάλων και μαθητών, αλλά επίσης και την σχέση όλων προς τα ίδια τα διδακτικά αντικείμενα. Αυτό αφορά και το πώς μαθήματα όπως τα μαθηματικά διδάσκονται και πώς αυτό έχει αλλάξει, φέρνοντας σε κάποιους εκπαιδευτικούς αισθήματα ματαίωσης, ακόμη και τραύματος καθώς οι δικοί τους τρόποι να κατανοούν και να μεταδίδουν τις βάσεις του αντικειμένου τους θεωρούνται αναχρονιστικές. Οι  εκπαιδευτικοί μετά, μπορεί να δραματοποιούν ( act out) σε σχέση με τους μαθητές τους με κυνικό, ακόμα και καταστροφικό τρόπο.

Αλλά, παρόλο που υπάρχει κάποια σχετική έρευνα, οι Γάλλοι πανεπιστημιακοί παιδαγωγοί (κάτω από την ομπρέλα του ηλεκτρονικού περιοδικού Cliopsy) όπως ο C. Blanchard - Laville   Ph. Chaussecourte στο πανεπιστήμιο Paris Ouest Nanterre θεωρούν τους εαυτούς τους όλο και πιο περιθωριακούς στις επιστήμες της εκπαίδευσης. Παρόλα αυτά, συγκρινόμενη με την δική μας κατάσταση στη Βρετανία, η σύνδεση μεταξύ ψυχανάλυσης και εκπαίδευσης στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παραμένει ισχυρότερη. Αυτό μπορεί επίσης να οφείλεται στην μεγαλύτερη προθυμία της ευρωπαϊκής ερευνητικής παράδοσης να ενδιαφέρεται φιλοσοφικά για αυτό που στα μάτια των Αγγλοσαξόνων υποτιμάται ως έντονα θεωρητικό, μη επιδεχόμενο παρατήρηση, και μη εμπειρικά επαληθεύσιμο. Στη Γερμανία για παράδειγμα, η Γερμανική Εταιρεία  Εκπαιδευτικής Έρευνας, σε αντίθεση με την αντίστοιχη Βρετανική, έχει μια ομάδα με ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον.

Η γενική κατάσταση πάντως, αν και σε διαφορετικό βαθμό στις διάφορες χώρες και πολιτισμικές παραδόσεις είναι ότι η ψυχανάλυση έχει καταστεί περισσότερο περιθωριακή στην εκπαιδευτική βιβλιογραφία. Αυτά τα ιδρύματα στη Βρετανία, όπως Tavistock Clinic στο Λονδίνο, που προσφέρουν ευκαιρίες για ενασχόληση με τους συναισθηματικούς παράγοντες της μάθησης και της διδασκαλίας από μια ψυχαναλυτική προοπτική, αγωνίζονται να στρατολογήσουν δασκάλους και άλλους στα προγράμματά τους, όπως τουλάχιστον αναφέρθηκε σε συζητήσεις του συνεδρίου. Αυτή είναι μια περιοχή όπου οι γνωστικές – συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις έχουν καταστεί κυρίαρχες με το επιχείρημα ότι χρειάζονται λιγότερο χρόνο και είναι φτηνότερες ως θεραπείες και ίσως είναι ευκολότερα αποδεκτές στην εκπαίδευση (δεδομένης της κυριαρχίας των γνωστικά προσανατολισμένων αντιλήψεων για τη μάθηση). Είναι επίσης πιο επιδεκτικές μετρήσεων, όσο αμφίβολο και να είναι μέρος της έρευνας  καθώς και η υποτίμηση σύνθετων ψυχικών αιτίων και της εσωτερικής ζωής.

Το βιβλίο μας προέρχεται από ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για αυτές τις τάσεις και μια επιθυμία να φέρουμε την εκπαίδευση και την ψυχανάλυση σε έναν ανανεωμένο διάλογο κυρίως επειδή το τελευταίο πιστεύουμε μπορεί να διαφωτίσει την σύγχυση, την αταξία και την αμφιθυμία  που πάντα και αναπόφευκτα διαπερνούν την εκπαίδευση. Και με ένα κρίσιμο τρόπο μπορεί να διαφωτίσει περισσότερο το τι σημαίνει να είσαι ένα πρόσωπο και ένας μαθητευόμενος καθώς  και την ιδέα ότι ένα ανθρώπινο όν είναι πάντα διχασμένο από βαθιές εσώτερες ρωγμές, αλλά επίσης «έχει την ικανότητα να ελαχιστοποιεί ή ακόμα και να υπερβαίνει αυτόν τον διχασμό μέσω της ιδίας του αναστοχαστικής δράσης» (Honneth 2009). Η ρωγμή σε αυτή την οπτική είναι το αποτέλεσμα της απώθησης της επιθυμίας που παράγεται από την απόλυτη εξάρτησή μας από τον άλλο (μητέρα) για την επιβίωσή μας καθώς επίσης και μιας απώλειας που παράγεται από  την διαδικασία του χωρισμού τόσο στην αρχαϊκή όσο και στην επόμενη εμπειρία. Για την Βritzman (2009) το πώς το βρέφος διαχειρίζεται αυτή τη ρωγμή, αντιπροσωπεύει την βασική διαδικασία εκπαίδευσης, αυτή που παραμένει για όλη τη διάρκεια της ζωής.

Η φιλοδοξία να οικοδομηθεί ένας διάλογος, δεν  είναι φυσικά κάτι καινούργιο. Πολλοί υποστηρικτές της ψυχαναλυτικής σκέψης πίστευαν ότι προσφέρει βασικές προοπτικές στην κατανόηση τόσο της εκπαίδευσης όσο και της προσωπικότητας. Τόσο η Άννα Φρόιντ (1930) όσο και ο ίδιος ο   Σίγκμουντ Φρόιντ (1925) έγραψαν για την εκπαίδευση. Η Άννα ήταν δασκάλα και εκπαιδευτική πρωτοπόρος. Το 1908 ο Φερέντζι παρουσίασε ένα άρθρο για την σχέση ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την εκπαίδευση στο πρώτο Διεθνές Συνέδριο της Ψυχανάλυσης. Η  Μέλανι Κλάιν (1975) ερεύνησε τo «epistemophilic instinct»[1] στα παιδιά  και τον ρόλο του στην απόκτηση ή αποφυγή της γνώσης. Πατώντας σε αυτό, ο Bion, επεξεργάστηκε ένα μοντέλο μάθησης βασισμένο στις ιδιότητες της αλληλεπίδρασης, που το ονόμασε reverie  ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί στα πρώτα στάδια της σχέσης του, όπου η ικανότητα του μωρού να σκεφτεί είναι αποτέλεσμα της ικανότητας της μητέρας να προσεγγίσει  με ενάργεια τις συγκεχυμένες σκέψεις και αισθήματα του βρέφους και να τα επιστρέψει προς αυτό με ευκολοχώνευτους τρόπους. Η ικανότητα για σκέψη και μάθηση ριζώνει στις αρχικές σχέσεις και την ικανότητά τους να αντέξουν το άγχος. Ο Έρικσον εκπαιδεύτηκε ως ψυχαναλυτής και εργάστηκε με νέους ανθρώπους σε εκπαιδευτικές δομές. Και ο Αichhorn δούλεψε σύμφωνα με τις ιδέες της Άννας Φρόιντ για να ιδρύσει κέντρα για νέους με προβλήματα.

Μπορεί επίσης να υποστηριχτεί ότι ο βασικός ρόλος της εκπαίδευσης και της ψυχανάλυσης είναι παρεμφερής, στο ότι η κάθε μια αποζητά να φέρει το άτομο σε μια κατανόηση του κόσμου και του εαυτού του και να ανοίξει το δρόμο για πιο επεξεργασμένες, και ζωογόνες αποφάσεις. Αλλά, παρά τις καθόλου αμελητέες ομοιότητες στους στόχους, οι δύο κόσμοι έχουν διαχωριστεί και οι ψυχαναλυτικές αντιλήψεις έχουν υποβαθμιστεί.

Πρέπει να κάνουμε σαφές, ότι η ψυχανάλυση, όπως και η εκπαίδευση είναι ένας τεράστιος χώρος, όπως γίνεται σαφές και από τα κεφάλαια (του βιβλίου). Η επιτυχία του συνεδρίου μπορεί να δείχνει μια αυξανόμενη επιθυμία να επανακτήσουμε ένα χώρο στον οποίο το δυναμικό ασυνείδητο –που παραμένει το κεντρικό θέμα στο μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας- μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης και κατανόησης. Αξιοσημείωτα το συνέδριο έχει ήδη λειτουργήσει ως καταλύτης για πολλές εξελίξεις πέραν του παρόντος βιβλίου.  Σ΄ αυτό περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων μια μεγάλης κλίμακας συνεργασία ανάμεσα στο πανεπιστήμιο Canterbury Christ Church και συναδέλφους στο Τμήμα Επιστημών της εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο Paris Ouest Nanterre. Μία ειδική έκδοση του Γαλλικού ηλεκτρονικού περιοδικού Cliopsy έχει δημιουργηθεί, (Revue Electronique, 6, Οκτωβρίου 11) καθώς και διάφορα άρθρα που συγκρίνουν την έρευνα σε ιδιότητες του ψυχικού και μεταβιβαστικού χώρου σε διάφορες εκπαιδευτικές δομές. 





[1] Αφήνω αμετάφραστο τον όρο που η μετάφρασή του μου φαίνεται προβληματική για πολλούς λόγους. Νομίζω ότι η καλύτερη απόδοση στην Ελληνική γλώσσα, παίρνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο όρος instinct είναι ούτως η άλλως ακατάλληλος και στα Αγγλικά, θα ήταν «επιθυμία για γνώση»
Διαβάστε περισσότερα

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Με αφορμή το ‘χαράτσι’: Σκέψεις για μια αριστερή πρόταση στην φορολογική διαχείριση της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας.





Η περσινή  ανακοίνωση του μέτρου της  καθιέρωσης  τέλους ακίνητης περιουσίας  που θα εισπραττόταν  μέσω του λογαριασμού της  ΔΕΗ, είχε πολλά στοιχεία δυσάρεστης έκπληξης . Προφανώς επρόκειτο για μια  βίαιη φορολογική επιβάρυνση που δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή με χαμόγελα από την πλειοψηφία των φορολογούμενων πολιτών.

 Ωστόσο  η παλλαϊκή διαμαρτυρία εναντίον  του συγκεκριμένου μέτρου και η ένταση και η επιμονή  με την οποία καταγράφεται αυτή στην  πολιτική μας καθημερινότητα,  σπρώχνει σε κάποιες δεύτερες σκέψεις: Τόσα και τόσα επώδυνα συμβαίνουν, τόσα και τόσα άδικα, τόσα και τόσα αντιλαϊκά, τόσα και τόσα διαλυτικά τόσο της οικονομικής ζωής, όσο και της κοινωνίας. Γιατί ειδικά αυτό,  που πολύ γρήγορα οικειοποιήθηκε κατ΄ αποκλειστικότητα  την  τιμητική μετωνυμία "χαράτσι", - όρο που παλιότερα χρησιμοποιούταν συνήθως στον πληθυντικό για πολλούς και διαφορετικούς φόρους-, γιατί ειδικά αυτό,  έχει επισύρει  τόσο μεγάλη αντίδραση, τόσο έντονη παρουσία στις   πολιτικές αψιμαχίες:

Βεβαίως περιέχει στοιχεία σοβαρών αδικιών:

Δεν συνδέεται με την αντικειμενική αξία των ακινήτων και συνεπώς  δεν λαμβάνει υπόψη σοβαρές παραμέτρους που καθιστούν ένα φόρο δίκαιο. Τα 30 τ. μ.  ρετιρέ, φορολογούνται με τον ίδιο τρόπο που φορολογούνται 30 τ.μ υπόγεια αποθήκη. Και το από πεντηκονταετίας   ‘εσωτερικό’  τριαράκι, φορολογείται το ίδιο με την νεόδμητη μεζονέτα που βρίσκεται μόνη της στο μέσον ενός τεράστιου κήπου!

Επιπλέον, ενώ φορολογούνται άγρια οι δομημένες επιφάνειες, μένει στο απυρόβλητο  η ιδιοκτησία της γης. Και, επειδή επιβάλλεται ως  τέλος και όχι ως φόρος, δεν αφαιρείται από τις φορολογικές υποχρεώσεις του κάθε φορολογούμενου,  καταλήγοντας να επιβαρύνει διπλά και τριπλά την ίδια φορολογητέα ύλη. 

Αλλά, εκτός από άδικα κατανεμημένο είναι και "βαρύ".  Σε πολλές περιπτώσεις παράλογα και δυσανάλογα υψηλό για ηλεκτροδοτούμενα κτίρια που, ενώ πράγματι καταλαμβάνουν μεγάλες επιφάνειες,  με κανένα τρόπο η οικονομική τους απόδοση, με οποιονδήποτε τρόπο υπολογισμένη,  δεν δικαιολογεί τόσο βαριά φορολόγηση. Ειδικά, όταν αυτή επιβάλλεται "εν μια νυκτί" και  ο φορολογούμενος  δεν προλαβαίνει να "αντιδράσει",  επιλέγοντας  ίσως έναν χώρο λιγότερων τετραγωνικών για να στεγάσει για παράδειγμα την αποθήκη του, ή το συνεργείο του, το οποίο  θα μπορούσε να έχει προτιμήσει να  στεγάσει σε ένα χώρο μικρότερων διαστάσεων αν εγκαίρως  γνώριζε ότι στα έξοδα συντήρησης  του οικήματος περιλαμβάνεται  και ο φόρος αυτός.  Και όταν ταυτόχρονα  είναι γνωστό ότι αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή που ακόμα και αν κάποιος ήθελε να πουλήσει την ιδιοκτησία του, μη αντέχοντας το φορολογικό της βάρος, αυτό θα ήταν σχεδόν αδύνατο λόγω της παντελούς έλλειψης οποιουδήποτε αγοραστικού ενδιαφέροντος.

Αλλά, είναι αυτοί οι λόγοι που έχουν εκθρέψει και συντηρήσει την  τεράστια αντίδραση στο "χαράτσι";  Νομίζω πως όχι. Ο λόγος είναι άλλος και αφορά την εντελώς ιδιαίτερη σχέση του  ελληνικού πληθυσμού με την  ιδιοκτησία.  Μια σχέση που ενώ παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση όχι μόνο των οικονομικών μεγεθών, αλλά και των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, ελάχιστα ακούγεται, ελάχιστα συζητιέται. Και  που συμπυκνώνεται στην απλή πρόταση:  «Η ατομική ιδιοκτησία στην Ελλάδα ανέρχεται σε ποσοστό πλέον του 80%, ενώ το αντίστοιχο της ΟΝΕ είναι μόλις 62%»[1].

Το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων πολιτών είναι ιδιοκτήτες. Μικρών, μεσαίων, ή και τεράστιων τμημάτων ακίνητης περιουσίας, είτε σε γη, είτε σε κτίρια. Πράγμα που  βεβαίως δεν είναι κακό. Αντιθέτως θα μπορούσε να είναι πάρα πολύ καλό. Το κακό προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο αυτό το αντικειμενικό  γεγονός, μαζί με πολλά άλλα,  φαίνεται να απουσιάζει από το οπτικό πεδίο των λαοπρόβλητων αναλύσεων τόσο της Ελληνικής Οικονομίας όσο  και της  Ελληνικής Κοινωνίας.  Με βασικό αποτέλεσμα την παράλογη διαχείριση του.

Δεν θα ασχοληθώ βέβαια εδώ με το σύνολο των θεμάτων που αφορούν αυτή τη σχέση.  Είναι τόσα πολλά που θα μπορούσαν να εξηγήσουν μέγα μέρος τόσο της δυσπραγίας όσο και των κρυφών πλεονεκτημάτων και "δυνατών σημείων" της οικονομικής ζωής στην Ελλάδα, καθώς  και της κοινωνικής, ιδεολογικής και πολιτικής  ζωής. Και φυσικά δεν "χωράνε" σε ένα άρθρο.  Θα επικεντρωθώ σ’ εκείνη μόνο στην πτυχή αυτής της σχέσης που συνδέεται με το τέλος ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών και συνεπώς το γενικότερο  ζήτημα της φορολόγηση της  ιδιοκτησίας στην Ελλάδα.

Λοιπόν, μιλώντας απλά και σύντομα: Ας υποθέσουμε δύο μισθωτούς . Είτε του ιδιωτικού είτε του  δημόσιου τομέα.  Ή ακόμα δύο ελεύθερους επαγγελματίες,  ή αυτοαπασχολούμενους.  Ή δύο μικροεπιχειρηματίες. Οικογενειάρχες ή όχι.  Ο ένας  (Α) έχει σπίτι για να ζει (είτε κληρονομημένο/ παραχωρημένο από την  πατρική οικογένειά του, είτε ακόμα και αγορασμένο  - έστω και με δάνειο - σε παλιότερες εποχές).  Ο δεύτερος (Β) δεν ανήκει σε αυτή την μεγάλη πλειοψηφία των ιδιοκτητών. Ανήκει στο 20 % εκείνων που η τύχη δεν τους χάρισε δωρεάν στέγη, ή ο ίδιος δεν επέλεξε ή δεν μπόρεσε να την αποκτήσει.  Άρα για να στεγαστεί  πρέπει να πληρώνει ενοίκιο. 

Υπολογίζοντας  με έναν μέτριο τρόπο ένα ενοίκιο  400 ευρώ το μήνα,  μας  κάνει μια ετήσια διαφορά στα αναγκαία και ανελαστικά έξοδα για την κάλυψη βασικών αναγκών  της τάξης των  5.ΟΟΟ ευρώ ετησίως. Όμως αυτό το ποσό ισοδυναμεί περίπου με το ήμισυ των ετήσιων αποδοχών της μεγάλης πλειοψηφίας των υπαλλήλων  στην Ελλάδα, είτε του ιδιωτικού, είτε του δημόσιου τομέα, καθώς επίσης και ενός μεγάλου μέρους των καθαρών εισοδημάτων από την εργασία τους πολλών αυτοαπασχολούμενων  ελέυθερων επαγγελματιών ή και μικροεπιχειρηματιών.  

Με ποιό τρόπο αυτή η διαφορά καταγράφεται  είτε στην φορολογική,  είτε στην  μισθολογική νομοθεσία;  Απ΄ όσο γνωρίζω με  κανέναν[2].    Άραγε αυτό δεν συνιστά μια κατάφορη αδικία;  Δεν συνιστά ένα πρόβλημα  που μια υγιώς σκεπτόμενη κοινωνία και ιδιαίτερα μια ορθολογικά σκεπτόμενη  αριστερά, θα   έπρεπε να έχει θέσει εδώ και χρόνια;

Βέβαια, υπάρχει (συγγνώμη, υπήρχε!)  η Εργατική Εστία. Υπήρχαν επίσης οι επιδοτήσεις ενοικίου καθώς και διάφορες άλλες διευκολύνσεις για την  εξασφάλιση ιδιόκτητης στέγης.  Αλλά πόσο όλα αυτά πράγματι εξισώνουν τελικά την κατάσταση των  περιπτώσεων Α και Β που ανέφερα παραπάνω;  Και, ακόμα σοβαρότερο: Πόσο σωστή πολιτική είναι η προσπάθεια ‘τακτοποίησης’ του θέματος με όλα αυτά τα μέτρα τα οποία:

-         Ούτως ή άλλως δεν καλύπτουν έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων (π. χ.  κάποιος με μη μόνιμη εργασία, ή ένας άνεργος, ή ένας νεοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας, ελάχιστα ή καθόλου μπορεί να ωφεληθεί από αυτά) .

-          Προσανατολίζουν τον κόσμο σε μια "αναγκαστική" σχεδόν απόκτηση σταθερής ιδιόκτητης κατοικίας, την οποία θα μπορούσε  κάποιοι είτε να μη θέλουν, είτε να μη χρειάζονται.

-          Σπρώχνουν σε μια περαιτέρω αύξηση της  τάσης για οικοδόμηση και ιδιοκατοίκηση, σε μια χώρα που ήδη είναι υπερφορτωμένη και από τα δύο αυτά;


Υπήρχαν βέβαια πάντα οι διάφοροι φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι οποίοι ποτέ δεν ήταν λίγοι, αλλά πάντα ήταν εξαιρετικά "παράξενα" κατανεμημένοι.

Ας  πάρουμε για παράδειγμα την  μείωση του αφορολόγητου για το σύνολο της ακίνητης στις  200.000 ευρώ, όπως νομοθετήθηκε για το 2010. Δηλαδή μια ρύθμιση που έγινε εν μέσω κρίσης και έντονης προδιάθεσης  για περισσότερους φόρους.  Μα η αντικειμενική αξία των 200.000 ευρώ,  σημαίνει ήδη την  ιδιοκτησία μιας σημαντικής ακίνητης περιουσίας. Δεν αντιστοιχεί μόνο στο τριαράκι μιας μέτριας περιοχής, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, υπολογίζοντας το ενοίκιό του περίπου στο επίπεδο των 400 ευρώ μηνιαίως.  Αντιστοιχεί σε δύο ή τρία τριαράκια και πιθανότατα και ένα σπίτι στην εξοχή, για να καλύπτονται και οι ανάγκες διακοπών!

Πού οδηγούν όλες αυτές οι παρατηρήσεις:

1.       Η ‘εθνεγερσία’ εναντίον του χαρατσιού δεν συνιστά τόσο μιαν αντίδραση σε μια προφανή αδικία, όσο  την αντίδραση ενός  πάσχοντος όταν ο γιατρό ς  αγγίξει το επίκεντρο του προβλήματός του.  Η μικρή και μεσαίο ιδιοκτησία στην Ελλάδα, ενόσω  δεν είχε ποτέ φορολογηθεί με σοβαρό και ισορροπημένο τρόπο, ξαφνικά αρχίζει να φορολογείται με μια ιδιαίτερη (και σταθερά άδικη) αγριότητα.  Σε μια χώρα όπου η ύπαρξη της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησία αποτελεί επί δεκαετίες ένα μόνιμα καλά κρυμμένο κοινό μυστικό (και  ως εκ τούτου έχε πρωταγωνιστήσει  υπόγεια στην υποστήριξη  κάθε είδους  κοινωνικών αδικιών) έχει   φτάσει να θεωρείται κάτι σαν φυσικό, προσωπικό, εξωκοινωνικό και εξωπολιτικό δεδομένο: Υπάρχουν άνθρωποι που λένε: «Μα θα μου φορολογήσει το σπίτι μου;!»,  με τον ίδιο τόνο και πεποίθηση που θα έλεγαν «Μα θα μου φορολογήσει τα μάτια μου;!»  

Στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, η  μικροϊδιοκτησία είχε καταργηθεί. Στις χώρες του Δυτικού καπιταλισμού είναι κατά πολύ μικρότερη απ ΄ότι στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα είναι και διαδεδομένη και αφορολόγητη!


2.       Θα πρέπει κάποτε να ανοίξει μια  σοβαρή συζήτηση στο πλαίσιο των αυτοαποκαλούμενων αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα,  σχετικά με την επεξεργασία κοινωνικά δίκαιων και τεχνικά αποτελεσματικών τρόπων φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, Προσωπικά δεν θεωρώ καθόλου κακό στοιχείο την μεγάλη έκταση της μικροϊδιοκτησίας στη χώρα μας. Θεωρώ όμως αναγκαία την λελογισμένη και κοινωνικά δίκαιη  συνδρομή της στα κοινά βάρη.


3.        Όσο αυτή η συζήτηση δεν γίνεται από τις αριστερές δυνάμεις, τόσο την αναλαμβάνουν άλλοι  που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι έχουν είτε την γνώση, είτε την επιθυμία να  διευθετήσουν τα θέματα με τον πιο δίκαιο και συμφέροντα για το σύνολο της  ελληνικής οικονομίας και το πραγματικό τελικό συμφέρον των λαϊκών,  μικροαστικών  αλλά και μεσοαστικών στρωμάτων τρόπο.

  

4.        Η πρόταση που έχει ακουστεί (από το οικονομικό επιτελείο τα Ν. Δ. νομίζω;) για κατάργηση του " χαρατσιού" και φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας  στο σύνολό της με διαφοροποιημένους συντελεστές, είναι στη σωστή κατεύθυνση, και μάλλον, τελικά,  πολύ πιο φιλολαϊκή από την κάθετη άρνηση κάποιων αριστερών δυνάμεων, που "προστατεύουν" την λαϊκή οικογένεια  που  "έχει σπίτι", αφήνοντας στο έλεος  του Θεού και των πάσης φύσης αδικιών την λαϊκή οικογένεια που "δεν έχει σπίτι" και καταλήγοντας έτσι να νομιμοποιούν ως δικαιότερη την φορολόγηση της εργασίας από την φορολόγηση της ιδιοκτησίας.



5.        Η σύνδεση του "χαρατσιού" με τον λογαριασμό της ΔΕΗ προφανώς έχει μειονεκτήματα. Αλλά, βοηθάει  στον εντοπισμό της φορολογητέας ύλης.  Μπορεί  να αποφευχθεί με ην δημιουργία Περιουσιολογίου, το οποίο προφανώς είναι βασική προτεραιότητα αν θέλουμε κάποτε να αρχίσει να διαγράφεται η προοπτική μιας στοιχειωδώς δίκαιης φορολογικής πολιτικής στην Ελλάδα.



Κλείνοντας, και προς αποφυγή παρεξηγήσεων:  Δεν θεωρώ ότι η ακίνητη περιουσία γενικά πρέπει να  συνεχίσει να θεωρείται ο εύκολος στόχος κάθε φορά που το κράτος χρειάζεται  επιπλέον  έσοδα.  Είναι σαφές ότι αυτή τη στιγμή οι φόροι που την επιβαρύνουν είναι πολύ μεγαλύτεροι από αυτό που θα ήταν κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά αποτελεσματικό. 

Αλλά επίσης δεν θεωρώ ότι η φορολόγησή της πρέπει να στοχεύει μόνο στην υποτιθέμενη  ‘μεγάλη περιουσία’, αφήνοντας στο απυρόβλητο την εξαιρετικά εκτεταμένη ‘μικρή’ και ‘μεσαία’.

 Η ορθολογική και κοινωνικά δίκαιη διαχείριση του θέματος , με τρόπο απαλλαγμένο από ιδεοληψίες  θα πρέπει να είναι ο βασικός στόχος. Και η εστίαση σε σκεπτικά που εκλαμβάνουν ως βασική αφετηρία τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και όχι κάποια "έξωθεν" μοντέλα φορολογικής και οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν  και πέτυχαν ή απέτυχαν σε χώρες με εντελώς διαφορετικά οικονομικά, κοινωνικά , πολιτισμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά.

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο "Μεταρρύθμιση" στις 7/8/12

http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=10986


μεταρρ΄θ
[1] Αριστείδης Μπιτζένης, «Είναι ό Έλληνας ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης;» Στον ιστότοπο της ‘Μακεδονίας’
[2] Εκτός αν θεωρήσουμε ως επαρκές αντιστάθμισμα το ποσό των 240 ευρώ ετησίως που προέβλεπαν ως έκπτωση ενοικίου οι φορολογικοί νόμοι επί δεκαετίες και που πρόσφατα αντικαταστάθηκε με το 10% της πραγματικής τιμής του ενοικίου, δηλαδή περίπου 500 ευρώ σύμφωνα με τα μεγέθη του παραδείγματος μας εδώ.
Διαβάστε περισσότερα